ΜΑΣΚΙΣΜΟΣ 22 νικής απαιτούσε τη συγκέντρωση αδιανόητης ποσότητας προσωπικών δεδομένων. Ένας ιστορικός αποκάλεσε τη Νότια Αφρική «βιομετρικό κράτος».27 Και οι υπολογιστές έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς επέτρεπαν στο κράτος να αποθηκεύει και να επεξεργάζεται τις πληροφορίες που χρειαζόταν για να εφαρμόσει το απαρτχάιντ, όπως με το σύστημα αναγνώρισης «Βιβλίο της Ζωής», που χρησιμοποιούσε υπολογιστές της IBM για να φακελώνει φυλετικά κάθε πολίτη της χώρας. Οι ακτιβιστές εναντίον του απαρτχάιντ δεν άργησαν να αντιληφθούν τις δυστοπικές δυνατότητες που δημιουργούσαν τέτοιου είδους εργαλεία. Ένα φυλλάδιο του 1982 με τίτλο Η αυτοματοποίηση του απαρτχάιντ φαντάστηκε ένα σενάριο από το εγγύς μέλλον, σύμφωνα με το οποίο ένας χειριστής ρωτάει τον υπολογιστή: Δώσε μου τα ονόματα και τις διευθύνσεις όλων των μαύρων στην οδό Βικτόρια. Να συμπεριλάβεις και τους αριθμούς ταυτότητας και τα αποτυπώματα […] ο υπολογιστής προβάλλει τα ζητούμενα στην οθόνη […] Ταυτόχρονα, οι πληροφορίες διοχετεύονται ηλεκτρονικά στην αστυνομία […] Η εισαγόμενη τεχνολογία της πληροφορικής διευκολύνει αφάνταστα τη διεξαγωγή μιας τέτοιας επιχείρησης.28 Αν και οι δυνατότητες του κράτους δεν έφτασαν ποτέ σε τόσο εφιαλτικό σημείο, το φάντασμα του τεχνολογικά υποβοηθούμενου ολοκληρωτισμού ήταν απόλυτα πραγματικό. Το απαρτχάιντ αποτέλεσε εξαρχής πρόγραμμα βασισμένο στην επεξεργασία δεδομένων – ήταν ένα αντιδραστικό τεχνοκρατικό καθεστώς που αντιλαμβανόταν την κοινωνία ως κάτι που χρήζει βελτιστοποίησης. Οι δημόσιοι λειτουργοί αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι οι υπολογιστές ήταν ικανοί να τους υποβοηθήσουν στο έργο τους. Ωστόσο, ψηφιακά εργαλεία δεν διέθετε μόνο το καθεστώς. Τα υιοθέτησαν και οι οργανώσεις ενάντια στο απαρτχάιντ, που χρησιμοποίησαν τον Commodore 64 –έναν από τους πρώτους προσωπικούς υπολογιστές, που κυκλοφόρησε το 1982– για να στέλνουν κρυπτογραφημένα μηνύματα σε ακτιβιστές στο εξωτερικό.29 Η τεχνολογία θωράκισε το κράτος, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε και κάποιες ρωγμές.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=