Λέσχη ανάγνωσης για χαμένες καρδιές
M Ó N I C A G U T I É R R E Z 10 κάτι που φαινόταν από τη σκανταλιάρικη λάμψη στα γκρί ζα της μάτια και τα λακκάκια που σχηματίζονταν στα μά γουλά της κάθε φορά που χαμογελούσε. Η εγγονή της Αβρίλ* δεν της έμοιαζε παρά μόνο στο χρώμα των ματιών, και αυτό την ενοχλούσε λιγάκι. Όχι επειδή είχε καμιά εμ μονή με τα γονίδια των απογόνων της που βρίσκονταν σε ύφεση, αλλά επειδή την ενοχλούσε το γεγονός ότι τα δά κρυα που έτρεχαν από το πιγούνι της κοπέλας στο φλιτζά νι με το τσάι γιασεμιού, δίνοντάς του μια αλμυρή νότα και αλλοιώνοντας τη λεπτή ισορροπία των λουλουδιών, έρχο νταν σε αντίθεση με την ανοιξιάτικη χαρά που υποδήλωνε το όνομα της εγγονής της. Αναρωτήθηκε τι να σκέφτονταν οι γονείς της και ονόμασαν Αβρίλ εκείνο το εύθραυστο και θλιμμένο πλάσμα, που προσπαθούσε να πιει τσάι στον κα ναπέ της, που είχε το χρώμα της παπαρούνας. «Γιατί κλαις, κορίτσι μου;» ρώτησε ηΜπάρμπαρα, όπως ρώτησε η Γουέντι τον Πίτερ Παν την πρώτη φορά που συ ναντήθηκαν στο μυθιστόρημα του Τζέιμς Μάθιου Μπάρι. «Σου το έχω ήδη εξηγήσει». «Δεν κατάλαβα λέξη». «Ω, γιαγιά…» «Σκούπισε τα δάκρυά σου, τελείωσε το τσάι σου και ξεκίνα από την αρχή» είπε, γιατί πίστευε ότι αυτές οι οδη γίες ήταν χρήσιμες σε κάθε περίσταση της ζωής. Η εγγονή της, υπάκουη, χρησιμοποίησε τρία χαρτομά ντιλα, ήπιε μια τελευταία γουλιά από την αχνιστή κούπα, * Απρίλιος στα ισπανικά.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=