20 2 Έξω από το αυτοκίνητο με χτυπάει η ζέστη και η υγρασία του απογεύματος του Ιουνίου. Ο Ράσελ πατάει την κόρνα φεύγοντας και τέρμα τα ψέματα. Το σπίτι των Μάξγουελ είναι ένα μεγάλο, κλασικό βικτοριανό τριώροφο κτίσμα, ντυμένο απέξω με κίτρινο ξύλο και λευκή ξυλόγλυπτη κορνίζα. Σε μια μεγάλη βεράντα που αγκάλιαζε όλο το σπίτι ήταν ψάθινα έπιπλα και γλάστρες γεμάτες κίτρινα λουλούδια – μαργαρίτες και μπιγκόνιες. Το οικόπεδο έχει πίσω ένα πυκνό δάσος –ή μήπως ήταν πάρκο;– οπότε ο δρόμος πλημμυρίζει από κελαηδήματα κι ακούω τα έντομα να βουίζουν και να ζουζουνίζουν και να τερετίζουν. Παίρνω το πέτρινο μονοπάτι και ανεβαίνω τα σκαλιά μέχρι την μπροστινή βεράντα. Χτυπάω το κουδούνι κι απαντάει ένα μικρό αγόρι. Τα μαλλιά του είναι πορτοκαλοκόκκινα και στέκονται σαν καρφιά. Μου θυμίζει εκείνες τις κούκλες, τους ευχούληδες. Λυγίζω τα γόνατα και φέρνω το πρόσωπό μου στο ύψος του δικού του. «Είμαι σίγουρη πως σε λένε Τέντι». Το αγόρι χαμογελάει ντροπαλά. «Εγώ είμαι η Μάλορι Κουίν. Είναι μέσα–» Κάνει μεταβολή και ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά προς τον δεύτερο όροφο και χάνεται από τα μάτια μου. «Τέντι;»
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=