Κλήση αφύπνισης

Κ Λ Η Σ Η Α Φ Υ Π Ν Ι Σ Η Σ 21 πουν στο γκαζόν. Είναι πανέμορφο. Και τα τελευταία οκτώ χρόνια, έχει γίνει σπίτι μου – ίσως περισσότερο από το μικρό διαμέρισμα βαμμένο σε παστέλ χρώματα που νοικιάζω στο Φόρτινμπριτζ. «Αυτό είναι ένα αριστοκρατικό ξενοδοχείο» λέει ο Λού- κας. «Τα λαμπάκια φαίνονται φτηνά». Ήταν φτηνά. Τι περίμενε; Ο προϋπολογισμός, όμως εί- ναι –όπως πάντα – ανύπαρκτος. «Αυτό είναι ένα οικογενειακό ξενοδοχείο» λέω, ενώ η οικογένεια Χέτζερς μπαίνει στο λόμπι, πάνω στην ώρα. Τρία παιδιά, όλα πιασμένα χέρι χέρι, το μικρότερο περπα- τάει με αστάθεια μες στη στολή χιονιού που φοράει κι έχει τα παχουλά του δαχτυλάκια χωμένα στης αδελφής του. «Ουάου!» λέει το μεγαλύτερο, σταματώντας για να κοι- τάξει την αστραφτερή κουπαστή μου. Το μικρότερο παρα- λίγο να πέσει, η αδελφή του το τραβάει όρθιο. «Τι ωραίο!» Χαμογελάω, όσο πιο αυτάρεσκα μπορώ, κοιτώντας τον Λούκας. Εκείνος συνεχίζει να αγριοκοιτάζει. Τα παιδιά τα πιάνει μια ελαφριά αμηχανία κι έπειτα περιέργεια. Έχω παρατηρήσει αυτό το φαινόμενο και στο παρελθόν. ΟΛούκας θα έπρεπε λογικά να είναι απαίσιος με τα παιδιά: είναι τεράστιος και κατσούφης και δεν ξέρει πώς να τους μιλήσει. Όμως, πάντα φαίνεται να τον βρίσκουν συναρπα- στικό. Τις προάλλες, τον άκουσα να χαιρετά τη μεσαία Χέ- τζερς (πραγματικό όνομα: Ρούμπι Χέτζερς, έξι ετών, αγα- πημένα χόμπι οι πολεμικές τέχνες, τα πόνι και το σκαρφά- λωμα σε μη ασφαλή σημεία) λέγοντας: «Καλημέρα, πώς κοιμήθηκες; Καλά;». Είναι ακριβώς το ίδιο που λέει στους

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=