ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 39 «Όχι, εννοώ αυτό. Θεωρητικά η παραμονή Πρωτοχρονιάς αποκλείεται να είναι τόσο καλή». «Και τι λέει δηλαδή η θεωρία; Ότι είναι κακή;» «Ότι είναι οκέι. Ξέρεις. Απλώς οκέι. Ποτέ, ούτε μία φορά στη ζωή μου, δεν ξεπέρασε τις προσδοκίες μου». «Ξέρεις, στη Δανία πηδάνε από μια καρέκλα στο πάτωμα για να αναπαραστήσουν το άλμα στη νέα χρονιά». «Σκανδιναβή είσαι;» «Γιατί; Επειδή είμαι ξανθιά;» Η Κλίο έστρεψε τα μάτια της προς τα πάνω αγανακτισμένη. «Όχι, Φρανκ. Απλώς ξέρω ορισμένα πράγματα». «Αυτό να λέγεται». Ο Φρανκ σηκώθηκε και τίναξε με υπερβολικές, θεατρικές κινήσεις τα μπατζάκια του παντελονιού του. «Εντάξει, ας το κάνουμε». «Να πηδήξουμε; Μα δεν έχουμε καρέκλα». «Μια χαρά μάς κάνει και η σκάλα». Η Κλίο κοίταξε τη σκάλα πίσω τους. «Να πάμε όμως πάνω πάνω» είπε. «Να μπούμε στη νέα χρονιά με πάταγο». Ανέβηκαν στο κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου. Για να προσγειωθούν στο ισόγειο, έπρεπε να πηδήξουν γύρω στα δέκα σκαλιά. Ήταν το είδος του παιχνιδιού που έπαιζαν τα παιδιά, προκαλώντας το ένα το άλλο να σκαρφαλώσουν όλο και πιο ψηλά. Ο Φρανκ έπιασε το χέρι της. Η Κλίο αποκρίθηκε σφίγγοντάς το. Πήδηξαν και οι δυο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=