ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 29 «Νομίζω ότι φέτος τα μποά θα κάνουν την επιστροφή τους» είπε η Κλίο. «Κι εγώ νομίζω ότι είσαι εξαιρετικός άνθρωπος» είπε ο Φρανκ. «Δεν με ξέρεις αρκετά καλά για να το λες αυτό» είπε η Κλίο, ολοφάνερα ενθουσιασμένη με το σχόλιο. «Αυτά τα πράγματα ξέρω να τα κρίνω». «Τότε θα πρέπει απλώς να σε πιστέψω». Τώρα βρίσκονταν στη Μικρή Ιταλία, εκεί όπου οι δρόμοι είναι γεμάτοι από φαινομενικά πανομοιότυπα ιταλικά εστιατόρια με κόκκινα καρό τραπεζομάντιλα και πλαστικά μπολ με ζυμαρικά στις βιτρίνες. Πάνω από τα κεφάλια τους σειρές από κόκκινα, λευκά και πράσινα λαμπιόνια έριχναν ρόμβους φωτός στην άσφαλτο. Σε ένα ανοιχτό παράθυρο κάποιου διαμερίσματος στον τρίτο όροφο τρεις νέοι έστεκαν καπνίζοντας – οι φιγούρες τους διαγράφονταν κόντρα στο κίτρινο φως του δωματίου πίσω τους. «Καλή χρονιά!» φώναξαν χωρίς να απευθύνονται συγκεκριμένα σε κάποιον. Η Κλίο και ο Φρανκ πέρασαν έξω από μια νυσταλέα γωνιακή πιτσαρία, όπου ένας μοναχικός άντρας μάζευε για τη νύχτα τις πλαστικές καρέκλες του μαγαζιού στοιβάζοντάς τες τη μια πάνω στην άλλη. «Τι λες; Θες ένα κομμάτι;» ρώτησε ο Φρανκ. Η Κλίο ψηλάφησε τις φούντες του πουγκιού της. «Δεν έχω λεφτά». «Δεν πειράζει. Θα σε κεράσω εγώ» της είπε.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=