ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 27 που την έκανε μεν να νιώθει χωρίς ρίζες, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα ελεύθερη επίσης, όπως έσπευσε να προσθέσει. Αφού δεν υπήρχε τίποτα να τη δένει με το Λονδίνο, έχοντας μια μικρή κληρονομιά από τη μητέρα της ικανή να καλύψει μια πτήση και δύο χρόνια φτηνού ενοικίου στις ΗΠΑ, έκανε αίτηση για μια υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές Ζωγραφικής σε ένα πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Έφτασε στην πόλη όταν ήταν είκοσι ενός. Για κείνη αυτό το πτυχίο στις Καλές Τέχνες ήταν ουσιαστικά η κυκλική διαδρομή από το κρεβάτι της στο καβαλέτο κι από το καβαλέτο σε κάποιο μπαρ, σε κρεβάτια άλλων ανθρώπων και μετά πίσω ξανά στον καμβά. Είχε αποφοιτήσει την περασμένη άνοιξη και από τότε δούλευε ως εξωτερική συνεργάτιδα σε μια εταιρεία ρούχων σχεδιάζοντας υφάσματα. Η αμοιβή δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο και δεν υπήρχαν έξτρα παροχές, η δουλειά όμως της εξασφάλιζε αρκετά χρήματα για να νοικιάζει ένα αρκετά ευρύχωρο δωμάτιο-ατελιέ στο Ιστ Βίλατζ, καθώς και τον ελεύθερο χρόνο που χρειαζόταν για να ζωγραφίζει. Τώρα ο μεγαλύτερος φόβος της ήταν τι θα έκανε όταν θα έληγε η φοιτητική της βίζα στις αρχές του καλοκαιριού. «Ζωγραφίζεις κάθε μέρα;» ρώτησε ο Φρανκ. «Όλοι αυτό ρωτάνε. Προσπαθώ. Αλλά είναι δύσκολο». «Γιατί;» «Γιατί μερικές φορές η διαδικασία είναι σαν… Εντάξει, ξέρεις πώς είναι όταν τακτοποιείς ένα ερμάρι…» «Ντουλάπι εννοείς;» «Ναι, ρε Αμερικανάκι, ντουλάπι. Πρώτα πρέπει να βγά-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=