Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο άνθρωπος και ο ποιητής

52 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ την υβριδική αγγλοελληνική ταυτότητα που προσδιόριζε το εμπορικό και οικογενειακό δίκτυο μέσα από το οποίο διήγαν τον επιχειρηματικό και κοινωνικό τους βίο. Μιλούσε ελληνικά με φανερό αγγλικό τονισμό ως το τέλος της ζωής του, αν και κάποιοι το θεωρούσαν αυτό σκόπιμη προσποίηση. Μπορεί ως έναν βαθμό να ήταν –θα μπορούσε να είχε προσαρμόσει την προφορά του εάν ήθελε, αντί να την τονίζει για να κάνει αίσθηση–, όμως βασιζόταν στην πραγματικότητα της αδιαμφισβήτητης βικτοριανής του ανατροφής και στην τάση της οικογένειάς τους να θεωρούνται Βρετανοί. Στο πλαίσιο των εμπορικών ταξιδιών του, ο Πέτρος-Ιωάννης μετακινούσε την οικογένειά του πέρα δώθε ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο, το Λίβερπουλ και την Αλεξάνδρεια, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό εμπόδισε τους γιους του να εγγραφούν σε κάποιο σχολείο και να το παρακολουθήσουν για μεγάλα διαστήματα. Αυτό το μοτίβο εξακολούθησε μετά τον θάνατό του, καθιστώντας αναγκαία τη σποραδική πρόσληψη οικοδιδασκάλων για τη μόρφωση του Κωνσταντίνου. Επίσης καλλιέργησε την ευαισθησία ενός flâneur στον ίδιο, λόγω της οποίας διάφορες μεγάλες πόλεις θα μάγευαν την ευεπηρέαστη φαντασία του και το αναδυόμενο καλλιτεχνικό του ταμπεραμέντο. Το Λίβερπουλ ήταν μια απ’ αυτές τις πόλεις. Η οικογένεια θα κατοικούσε εκεί σποραδικά κατά τις παρατεταμένες παραμονές της στη Μεγάλη Βρετανία. Λίγο αφότου παντρεύτηκε, το 1849, ο Πέτρος-Ιωάννης μετοίκησε στο Λονδίνο το 1850 μαζί με τη Χαρίκλεια και τον πρωτότοκο γιο τους, τον Γεώργιο, και έζησαν στο Λίβερπουλ από το 1851 ως το 1855, στην καρδιά του μοντέρνου κέντρου, στην οδό Μπέντφορντ, όπου γεννήθηκε ο Αριστείδης το 1853. Όταν η Χαρίκλεια επέστρεψε αργότερα στο Λίβερπουλ ως χήρα το 1872, με τον Κωνσταντίνο να την ακολουθεί, ήταν εξοικειωμένη με το τότε επίκεντρο του βρετανικού παγκόσμιου εμπορίου, μια μητρόπολη με υπέροχη σύγχρονη αρχιτεκτονική και δρόμους περιπάτου που έσφυζαν από ζωή. Τα ιππήλατα τραμ της πόλης, τα νεόδμητα υπόστεγα των τρένων και τα πλούσια δημοτικά κτίρια και καταστήματα ήταν πράγματι εντυπωσιακά. Στη σκιά, εντούτοις, του μεγάλου εμπορικού κέντρου, καραδοκούσε ένας «κάτω κόσμος που έβριθε από απεγνωσμένους ανθρώπους οι οποίοι πάλευαν να επιβιώσουν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=