Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια

9 Όλα τα μέλη της οικογένειάς μου, ανεξαιρέτως, κατάγονται από το ίδιο χωριό· την Κεσάδα που σε αυτό το μυθιστόρημα ονομάζεται Χάντουλα. Όλοι τους έζησαν τον Εμφύλιο και τους αφιερώνω αυτό το βιβλίο. Στον προπάππου μου Χόρχε, που έφερνε στο χωριό τα γράμματα και τα ψάρια μέσα σε κοφίνια. Στον προπάππου μου Χοσέ, που, αν και ανάπηρος, έμαθε στη γιαγιά μου να φτιάχνει ψωμί από το κρεβάτι. Στην προγιαγιά μου Μαρία Λούκας, που έδιωχνε μακριά τα εγγόνια της για να μην τα κολλήσει γηρατειά. Στον προπάππου μου Φελίπε, που όταν γύρισε από τον πόλεμο έπεσε στο κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Στον προπάππου μου Εουφράσιο, που πιάστηκε σε έναν ιμάντα και μας άφησε το παρατσούκλι «Κρεμάστρες». Στην προγιαγιά μου Ρίτα, που δεν πλήρωσε τη βάφτιση της εγγονής της για να μην κληροδοτήσει το όνομά της. Στον προπάππου μου Λουίς, που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει επειδή δεν παρέδωσε ένα τουφέκι στην Πολιτοφυλακή. Στον προπάππου μου Πάπα Λόλο, που δεν έβγαζε ποτέ το μοβ κασκόλ του ούτε το καλοκαίρι. Στην προγιαγιά μου Χούλια, που κρέμασε την κιθάρα της για πάντα μετά τον θάνατο μιας κόρης. Στον προπάππου μου Χοσέ, που έζησε κάτω από την ίδια στέγη με τον ζωγράφο Ραφαέλ Θαμπαλέτα. Στην προγιαγιά μου Πουρίγια, της οποίας η κόρη γεννήθηκε με στομάχι σαν δαχτυλήθρα και πέθανε πάνω στον χρόνο. Στην προγιαγιά μου Πούρα, από την οποία κληρονόμησα το άσθμα, τις αρρυθμίες και τις αύρες της ημικρανίας. Στη θεία μου Χουάνα, που τη μέρα του γάμου της αδερφής της πνίγηκε ο γιος της. Στον θείο μου Αντόνιο, που σημάδευε την τηλεόραση όταν έβγαινε ο Φράνκο και φώναζε «μπαμ!»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=