H XEΡΣΟΝΗΣΟΣ ΜΕ ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΣΠΙΤΙΑ 29 καλούσαν κάθε χρόνο στο σπίτι τους, η φοβία του όμως να εγκαταλείψει την ύπαιθρο δεν τον άφηνε να τους δει. Στον υπόλοιπο χώρο –που χρησίμευε ως κουζίνα και καθιστικό– ήταν τακτοποιημένα τα έπιπλα της προίκας, τα μαγειρικά σκεύη, τα αποθηκευμένα τρόφιμα και τα εργαλεία της δουλειάς: σιτηρόμετρα σελεμίνες, μισές φανέγες και τέταρτα για το μέτρημα· σάρωθρα από κλαριά για το σκούπισμα και στατήρες για το ζύγισμα· μια ξύλινη βάση για τα τρία πήλινα σταμνιά με δροσερό νερό και μια άλλη με δυο πήλινες λεκάνες από πάνω, η μία για το πλύσιμο των πιάτων και η άλλη για το ξέβγαλμα· χωνιά, λυχνάρια με φιτίλια, καζάνια, τσουκάλια, ψάθινα σουρωτήρια· βάζα με δαμάσκηνα, λουκάνικα που στέγνωναν στον αέρα, αρμαθιές από αποξηραμένες πιπεριές που κρέμονταν απ’ το ταβάνι… Για το αποχωρητήριο δεν υπάρχουν και πολλά να πούμε: ένας κουβάς γεμάτος άχυρα με ένα καπάκι, ο οποίος έπρεπε να αδειάζει τακτικά, τοποθετημένος δίπλα στον πίσω τοίχο της αγροικίας. Αν κάποιος αναγνώστης βρίσκει αυτή την περιγραφή ελλιπή και θέλει περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς ήταν το μέρος, ας με ψάξει και θα τον πάω στον ίδιο εκείνο γαλαζοπράσινο κουβά του παππού μου, που βρίσκεται σ’ ένα περιβόλι στην Κεσάδα, όπου θα έχει τη χαρά να αφοδεύσει δημιουργώντας, κατά κάποιον τρόπο, μια ορισμένη λογοτεχνική διακειμενικότητα. Επιστρέφω στη δράση. Εκείνη την Πέμπτη του 1936, ο Οδίστο πρόσμενε το πρώτο κλάμα του γιου του, και η Μαρία λαχταρούσε το δικό της κλάμα λύτρωσης. Για τη γυναίκα, οι γέννες γίνονταν όλο και πιο πικρές. Από τις τόσες κλοτσιές, τα νεφρά της είχαν γίνει σαν ξερά κουκιά· τα κόκαλα της λεκάνης που είχαν ανοίξει την ενοχλούσαν στο κάθισμα, και οι αιμορροΐδες της είχαν το μέγεθος ραδικιού. «Αυτό θα είναι το τελευταίο» παρηγοριόταν. Του Οδίστο σπάραζε η καρδιά του να βλέπει τη γυναίκα του να υποφέρει. Ανήσυχος, βγήκε στον κεντρικό δρόμο που έβγαζε κατευθείαν στην αγροικία. Του φάνηκε τότε πως διέκρινε μια σκιά καταμεσής του μονοπατιού. Ένα εξωτικό ζώο του έκοβε τον δρόμο. Μες στο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=