Πέτρα της Κόλασης

15 Ι Ένας άντρας φεύγει νωρίς το πρωί από μια ταβέρνα στην αποβάθρα με τη μυρωδιά της θάλασσας στα ρουθούνια κι ένα μπουκάλι ουίσκι στην τσέπη, γλιστρώντας ελαφρά στο λιθόστρωτο σαν πλοίο που βγαίνει από το λιμάνι. Σύντομα πέφτει σε καταιγίδα και γέρνει πότε απ’ τη μια πλευρά, πότε απ’ την άλλη, παλεύοντας απεγνωσμένα να γυρίσει πίσω. Τώρα θα μπει σ’ όποιο λιμάνι βρει μπροστά του. Μπαίνει σ’ ένα άλλο μπαρ. Αναδύεται κι απ’ αυτό, έξυπνα αναζωογονημένος, ωστόσο έρχεται και πάλι αντιμέτωπος με δυσκολίες. Αυτή τη φορά σοβαρές: παρά τρίχα γλιτώνει από ένα τραμ που έρχεται καταπάνω του, κοπανάει το κεφάλι του σ’ έναν τοίχο, πέφτει πάνω στον κάδο όπου έχει πετάξει το μπουκάλι του. Οι περαστικοί τον κοιτάζουν παραξενεμένοι, άλλοι με θυμό, άλλοι με θυμηδία, ακόμα και με μιαν αλλόκοτη λαχτάρα. Αυτή τη φορά καταφεύγει σ’ ένα σοκάκι και γέρνει σ’ έναν τοίχο ολότελα αποκαρδιωμένος, σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=