24 CAMILLA LACKBERG «Θέλεις κι εσύ λίγο;» «Μαμά, δεκαπέντε χρόνων είμαι» είπε η Τζέσι με έναν αναστεναγμό. Θεέ και Κύριε, η Τζέσι ήταν τόσο υπέροχη, που δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι ήταν κόρη της. Ευτυχώς που είχε καταφέρει, επιτέλους, να βρει ένα αγόρι από τότε που είχαν έρθει στη Φιελμπάκα. Η Μαρί βυθίστηκε στη σεζ λογκ και έκλεισε τα μάτια, αλλά τα άνοιξε αμέσως μετά. «Γιατί είσαι ακόμη εδώ;» τη ρώτησε. «Μου κρύβεις τον ήλιο. Προσπαθώ να μαυρίσω λίγο. Έχω γύρισμα μετά το μεσημεριανό και θέλουν να έχω φυσικό μαύρισμα. Η Ίνγκριντ έμοιαζε με μουστοκούλουρο τα καλοκαίρια στο Ντανχόλμεν». «Εγώ…» Η Τζέσι πήγε να πει κάτι, αλλά έπειτα έκανε μεταβολή και έφυγε. Η Μαρί άκουσε την εξώπορτα να κλείνει με θόρυβο, με πάταγο, και χαμογέλασε. Επιτέλους μόνη. Ο Μπιλ Άντερσον άνοιξε το καπάκι του καλαθιού και έβγαλε ένα από τα ανοιχτά σάντουιτς που είχε ετοιμάσει η Γκουν. Κοίταξε ψηλά πριν κλείσει μεμιάς το καπάκι ξανά. Οι γλάροι ήταν ταχύτατοι κλέφτες και, αν δεν πρόσεχες, μπορούσαν να σου φάνε όλο το φαΐ. Εδώ έξω στην αποβάθρα ήσουν πραγματικά ευάλωτος. Η Γκουν τον σκούντησε στο πλευρό. «Είναι καλή ιδέα» του είπε. «Τρελή, αλλά καλή». Ο Μπιλ έκλεισε τα μάτια και δάγκωσε μια μπουκιά από το σάντουιτς. «Το εννοείς πραγματικά ή το λες απλώς για να κάνεις τον αντρούλη σου χαρούμενο;» τη ρώτησε. «Κι από πότε, παρακαλώ, λέω πράγματα για να σε κάνω χαρούμενο;» είπε η Γκουν, και ο Μπιλ αναγκάστηκε να παρα-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=