Η ιστορία της Ο

Π Ο Λ Ι Ν Ρ Ε Α Ζ 48 την κοιτούσαν πια. Ο εραστής της, καθισμένος κατάχαμα, με την πλάτη ακουμπισμένη στο πουφ πάνω στο οποίο την είχαν ρίξει στην αρχή της βραδιάς, τα γόνατα λυγισμένα και πάνω τους ακουμπισμένους τους αγκώνες, έπαιζε με το πέ- τσινο μαστίγιο. Στο πρώτο βήμα που έκανε η Ο για να πλη- σιάσει τις γυναίκες, τον άγγιξε η φούστα της. Σήκωσε το κεφάλι του, της χαμογέλασε και, αποκαλώντας τη με το όνομά της, πετάχτηκε όρθιος. Της χάιδεψε τρυφερά τα μαλ- λιά, της ίσιωσε τα φρύδια με το ακροδάχτυλό του και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Της είπε μεγαλόφωνα πως την αγα- πούσε. Η Ο, σκιρτώντας, συνειδητοποίησε τρομαγμένη πως του αποκρίθηκε «σ’ αγαπώ» και πως πράγματι το εν­ νοούσε. Την έσφιξε πάνω του, της είπε «αγάπη μου, λα- τρεία μου», τη φίλησε στον λαιμό και χαμηλά στο μάγουλο· εκείνη άφησε το κεφάλι της να γείρει στον ώμο του, που τον κάλυπτε ο βιολετί μανδύας. Χαμηλόφωνα τούτη τη φορά, της ξανάπε πως την αγαπούσε και, ακόμα πιο σιγανά, πρόσθεσε: «Γονάτισε, χάιδεψέ με και πάρε με στο στόμα σου»· πισωπάτησε ένα βήμα, γνέφοντας στις γυναίκες να απομακρυνθούν, και στηρίχτηκε πάνω στην κονσόλα. Κα- θώς ήταν ψηλός και η κονσόλα αρκετά χαμηλή, αναγκά- στηκε να λυγίσει τα μακριά του πόδια, που τα κάλυπτε το ίδιο βιολετί ύφασμα με τον μανδύα του. Ο ανοιχτός μαν- δύας έπεφτε σαν βαριά πτυχωτή κουρτίνα· το πάνω μέρος της κονσόλας, που έσπρωχνε τους γλουτούς του από πίσω, ανασήκωνε κάπως το βαρύ του πέος, το στεφανωμένο με ανοιχτόχρωμη πλούσια ήβη. Οι τρεις άνδρες πλησίασαν. Κα- θώς η Ο γονάτισε πάνω στο χαλί, το πράσινο φόρεμά της σχημάτισε ολόγυρά της μια στεφάνη άνθους. Ο κορσές την έσφιγγε, τα στήθη της, των οποίων φαίνονταν οι ρώγες,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=