Η αναζήτηση

Η ΑΝΑΖΗ Τ ΗΣΗ 19 όλων μας γίνανε θαυμασμός. Ξεχαστήκανε οι αγωνίες της μάνας μου και οι τριβές με όσους είχε έρθει σε επαφή, για να γίνει στο τέλος το δικό του πάντα. Την τρίτη μέρα, στον αποχαιρετισμό, ο πατέρας τούς έδωσε την υπόλοι- πη αμοιβή τους. Τότε ο αρχιμάστορας έσκυψε στον ντορ- βά του, έπιασε το καλέμι και, σηκώνοντας το χέρι του ψηλά, το τίναξε με όλη του τη δύναμη προς τη μεριά της ρεματιάς λέγοντας: «Όπου πιάσ’. Με το καλό να φτιά- ξουμε και του Νικόλα». Το καλέμι έκανε μια τεράστια τροχιά, γιατί εκεί που ήμασταν η πλαγιά κατέβαινε από- τομα μέχρι κάτω και ούτε που προλάβαμε να δούμε πού κατέληξε. Ένιωσα όμορφα, υπερήφανα, λες κι όπου να ’ναι ερχόταν η σειρά μου, κι έτρεξα με κομμένη την ανά- σα να βρω πού είχε φτάσει. Το αναζήτησα σπιθαμή προς σπιθαμή, πήγα ξανά την επομένη, έφτασα μέχρι τα νερά, μα μάταια, δεν το βρήκα πουθενά. Μια δυο βδομάδες αργότερα μετακομίσαμε και, προ- τού καλά καλά τακτοποιηθούμε, αρχίσαμε να ετοιμάζου- με και να φροντίζουμε τον πατέρα για ένα ταξίδι που λογάριαζε από καιρό και θα τον πήγαινε μέχρι την Πόλη. Πήραν πάλι όλα τα πράγματα τον δρόμο τους. Όλες οι συνήθειες, οι προπαρασκευές, τα μηνύματα, οι σημειώσεις, τα ζώα, η συνεννόηση με τον σύντροφό του, οι παραγγε- λιές και σίγουρα κουκούλια και μπρισίμια * , υφάσματα και νήματα, ράμματα μάλλινα και βαμβακερά, πετσιά, χαρτιά, ζάχαρη, λάδι και καπνά, σκάγια, μπαρούτι και * μεταξωτή κλωστή

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=