Η ανατροπή

N I KOΣ ΘΕΜΕ ΛΗΣ 22 Κανείς δεν ήξερε μήτε το πότε και κυρίως μήτε το γιατί. Τα πρόσωπα της μικρής ομήγυρης του φάνηκαν οικεία, σίγουρα οι δύο ήταν άνθρωποι του εμπορίου, μα ένιωθε πως δεν του έδιναν περιθώρια συναναστροφής. Απομα- κρύνθηκε θέλοντας και μη ακούγοντας τελευταία μία κυρία να βροντοφωνεί: «Mein Gott, δεν είναι δυνατόν!» και απορροφημένος απ’ την είδηση κόντεψε να πέσει πάνω σε μια άμαξα που προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο. Στου Τομαζαίο δεν έπεφτε βελόνα. Μόλις που κατά- φερε να κλείσει πίσω του την πόρτα. Προσπάθησε, μα ήταν αδύνατον να προχωρήσει λίγο πιο μέσα. Στριμώ- χθηκε σε μια γωνιά, δίπλα σ’ έναν καλόγερο παραφορ- τωμένο με κάθε λογής ημίψηλα κι επανωφόρια, κι άρχι- σε να ψάχνει μέσα στον καπνό, να διακρίνει καμιά γνω- στή ρωμαίικη φυσιογνωμία, που ίσως κάτι ήξερε για την παραίτηση του Πατριάρχη. Όρθιος, με την πλάτη στον τοίχο αλλά και σαν να στεκότανε σχεδόν επίτηδες πάνω από το τραπέζι, που έτυχε να βρίσκεται μπροστά του, θέλοντας και μη, έστρεψε την προσοχή του στη συζήτηση που είχε ανάψει σε μια παρέα. Άκουγε, άλλα καταλά- βαινε, άλλα όχι, μισοέπιανε ωστόσο την κουβέντα. Λίγες μέρες πριν, μια έκρηξη στη μεγάλη πλατεία είχε ξεση- κώσει τον κόσμο και κυρίως τα όργανα της τάξης. Την ώρα που η αστυνομία, κάποιοι έφιπποι της φρουράς κι όσοι περαστικοί περίεργοι προστρέχανε στης έκρηξης τον τόπο –θύματα δεν υπήρχανε ευτυχώς–, στη διπλανή μικρή πλατεία κάποιος ανέβηκε στα έξω κάγκελα ενός παράθυρου και μισοκρεμασμένος φώναζε με οργή και

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=