Έλιοτ και Ιζαμπέλα 2: Το κυνήγι του αστραφτερού πετραδιού

Η μαμά του Έλιοτ, όμως, ξυπνάει νωρίς. Μερικές φορές τον ξυπνάει η μυρωδιά του φρέσκου καφέ, που πλημμυρίζει το σπίτι της σοφίτας. Τότε σηκώνεται, πηγαίνει στις μύτες των ποδιών του στο ατελιέ, χώνεται στη μεγάλη πολυθρόνα και κοιτάζει τη μαμά του να ζωγραφίζει. Διότι η μαμά του είναι ζωγράφος. Και πιάνει δουλειά αμέσως μόλις βγει ο ήλιος. Ο Έλιοτ την ακούει να τραβάει πινελιές στο κανναβάτσο, βλέπει τα χρώματα να λαμπυρίζουν στο πρωινό φως. Συχνά τον ξαναπαίρνει ο ύπνος εκεί, στην πολυθρόνα. Διότι, όπως είπαμε, είναι απ’ αυτούς που ξυπνάνε αργά. «Ε, Έλιοτ! Μην κοιμάσαι όρθιος! Ξύπνα!» φωνάζει η Ιζαμπέλα. «Οοοοχ! Πού είμαι;» Ο Έλιοτ είχε αποκοιμηθεί στο τραπέζι, μπροστά στο φλιτζάνι με την αχνιστή σοκολάτα. Τώρα η σοκολάτα δεν είναι πια καυτή, είναι απλά ζεστή. «Γιατί υπάρχουν αυτοί που ξυπνάνε νωρίς κι αυτοί που ξυπνάνε αργά;» ρωτάει μ’ ένα χασμουρητό. «Δεν είναι καθόλου πρακτικό». «Μπα; Γιατί;» λέει η Ιζαμπέλα. «Αυτοί που ξυπνάνε νωρίς ετοιμάζουν το πρωινό. Κι αυτοί που ξυπνάνε αργά μαζεύουν το τραπέζι και πλένουν τα πιάτα. Μια χαρά πρακτικό είναι».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=