Έλιοτ και Ιζαμπέλα 2: Το κυνήγι του αστραφτερού πετραδιού

12 «Επειδή κι ο ήλιος πρωί σηκώνεται» απαντάει με χαμόγελο η Ιζαμπέλα. «Είναι άδικο. Ο ήλιος είναι απ’ αυτούς που ξυπνάνε νωρίς. Εγώ είμαι απ’ αυτούς που ξυπνάνε αργά». «Άσ’ τα αυτά, υπναρά» λέει η Ιζαμπέλα βάζοντας τα γέλια. «Ώρα να ξυπνήσεις!» Και τραβάει απότομα την κουβέρτα του Έλιοτ. «Απαράδεκτο!» διαμαρτύρεται ο μικρός ποντικός. Αλλά από μέσα του χαίρεται κιόλας που θα δείξει την πόλη του στην Ιζαμπέλα. Σηκώνεται, λοιπόν, ντύνεται και κατεβαίνει για πρωινό. «Πού είναι ο μπαμπάς;» ρωτάει πίνοντας μια γουλιά από τη ζεστή σοκολάτα του. «Ο μπαμπάς κοιμάται» του απαντάει η μαμά του. Ε, ναι, σκέφτεται ο Έλιοτ. Είναι κι ο μπαμπάς απ’ αυτούς που ξυπνάνε αργά. Διότι ο μπαμπάς του γράφει ιστορίες. Αυτή είναι η δουλειά του, δηλαδή. Και οι ιστορίες γράφονται καλύτερα βράδυ, όταν όλα είναι ήσυχα εδώ πάνω, στο σπίτι τους κάτω από τα κεραμίδια του δημαρχείου. Την ώρα αυτή, λέει ο μπαμπάς του, δεν έχει παρά να κοιτάξει απ’ το παράθυρό του τις στέγες της πόλης, που λάμπουν στο φως του φεγγαριού, κι αμέσως του ’ρχονται στο μυαλό οι καλύτερες ιστορίες: για επικίνδυνους κεραμιδόγατους και ατρόμητους αρουραίους, λαίμαργες κουκουβάγιες και παμπόνηρα ποντικάκια, θυμωμένους φουρνάρηδες και κλέφτες παραγιούς. Κι έτσι ο μπαμπάς του γράφει ιστορίες ως αργά τη νύχτα – και το πρωί δεν μπορεί να σηκωθεί, δεν ανοίγουν τα μάτια του. Ακριβώς σαν τον Έλιοτ.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=