Ελευθερία

Ευτυχισμένα παιδικά χρόνια 31 Οι συζητήσεις περιστρέφονταν συνήθως γύρω από σημαντικά πο- λιτικά θέματα, κι εγώ φλεγόμουν ν’ ακούσω τι λένε – πολύ περισσότε- ρο απ’ όταν μιλούσαν για θεολογικά ζητήματα ή για τη χριστιανική διδασκαλία και τη θεία λειτουργία. Μερικές φορές μιλούσαν για άλλους πάστορες που είχαν προστριβές με το κράτος ή προβλήματα με την Κρατική Ασφάλεια. Και για τα προβλήματα των παιδιών στο σχολείο κουβέντιαζαν επίσης. Ήταν πάντα σαφές ότι τέτοιες συζητήσεις και συ- ναντήσεις δεν έπρεπε ποτέ να κοινοποιηθούν σε τρίτους. Εμείς τα παιδιά ξέραμε ότι έπρεπε να κρατάμε το στόμα μας κλειστό. Η απόλυτη φρίκη Τις πρώτες μου αναμνήσεις τις συνδέω με τη γιαγιά μου στο Αμβούργο· δεν ξέρω, βέβαια, σε ποιο βαθμό είναι πραγματικά δικές μου ή κατα- γράφηκαν μέσα μου από οικογενειακές αφηγήσεις. Όπως και να ’ναι, η πρώτη ανάγεται στο 1957, όταν ήμουν τριών ετών. Πέρασα τότε με τη γιαγιά μου τρεις μήνες, ενώ η μητέρα μου περίμενε το δεύτερό της παιδί, τον αδελφό μου τον Μάρκους. Επέστρεψα, λοιπόν, απ’ το Αμ- βούργο στο Τεμπλίν μετά τη γέννησή του και, απ’ ό,τι μου αφηγήθηκαν αργότερα, δεν μπορούσα μεν ακόμη να ανέβω μόνη μου τις σκάλες του σπιτιού, είχα μάθει όμως τον πληθυντικό ευγενείας. Το γεγονός ότι πλέον απευθυνόμουν στη μητέρα μου στον πληθυντικό την τρόμαξε· προφανώς ο χωρισμός είχε προκαλέσει μια σχετική αποξένωση. Η δεύτερη ανάμνηση με πάει πίσω στο 1959, πάλι στο Αμβούργο. Ήμασταν εκεί για να γιορτάσουμε τον γάμο της θείας μου Γκούνχιλντ, αδελφής της μητέρας μου. Στο ταξίδι από το Τεμπλίν στο Αμβούργο με το αυτοκίνητό μας, ένα γκρι Wartburg στέισον βάγκον, ο αδελφός μου κι εγώ υποτίθεται πως κοιμόμασταν – ήταν βράδυ. Στις αποσκευές μας υπήρχε κι ένα μεγάλο επιδαπέδιο βάζο που οι γονείς μου είχαν αγο- ράσει ως γαμήλιο δώρο για τη θεία μου. Όταν η αστυνομία στα σύνορα ζήτησε να αναφέρουν το περιεχόμενο των αποσκευών, πετάχτηκα ξαφ- νικά εγώ από πίσω: «Κάτι ξεχάσατε! Έχουμε και το βάζο!» Ευτυχώς, η προπέτειά μου δεν προκάλεσε στους γονείς μεγάλα προβλήματα στα σύνορα. Όταν ξεκινήσαμε πάλι, με μάλωσαν πάντως που δεν κοιμόμουν.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=