9 Το είπε. «Μαρία, θα φύγω». Το κράταγε καιρό. Η κατάλληλη στιγμή δεν ήρθε ποτέ. Της Μαρίας της βγήκε γέλιο. Αυτός δεν άλλαξε βλέμμα. Κόλλησε στη μύτη της. Πού στο καλό είναι η σερβιτόρα; Είχε πιάσει την πάρλα με δυο ζωγράφους που κάθονταν στην μπάρα. Το γέλιο τους έφτανε μέχρι έξω. Να πάρει τον κώλο της να έρθει. Πήρε ανάσα να τη φωνάξει. Δεν βγήκε φωνή. Κι αυτός εκεί, δεν άντεχε άλλο να τον βλέπει. Ήθελε να του ρίξει μπουνιά. Θα της έτρωγε τη μύτη. Πώς κοίταγε έτσι; Συγκεντρώθηκε σ’ ένα σημείο και μετά σκλήρυνε. Ήθελε κι αυτή να σκληρύνει. Αυτός γιατί μπορούσε, ενώ εκείνη όχι; Τι θα γινόταν άμα η σερβιτόρα ερχόταν στην ώρα της; Άμα δεν υπήρχαν οι ζωγράφοι, άμα το μαγαζί καιγόταν, άμα του έβαζε φωτιά μ’
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=