Από το Μουσείο στην Κυψέλη

16 Στο μεγάλο πεζοδρόμιο επί της Πατησίων, κοντά στο περίπτερο που στέκει εκεί, γίνεται περισσότερο κατανοητός ο διάλογος του Μουσείου με τα απέναντι κτίρια αλλά και με τον ίδιο τον κήπο. Ο ιστορικός κήπος του Μουσείου, με όλη αυτή τη στρωματογραφία της μνήμης, σχεδιάστηκε εξαρχής και παραδόθηκε το 2020, αποκτώντας μια νοητή, αισθητική και φιλοσοφική συνέχεια με ορισμένα εκθέματα του Μουσείου, όπως με την τοιχογραφία της «Άνοιξης», η οποία με τα κρινάκια της και τα χελιδόνια αποτελεί ένα διαχρονικό σύμβολο. Βεβαίως, η Αθήνα με τη δική της ιστορία και τους δικούς της άμεσους και έμμεσους συμβολισμούς απέχει από το ιστορικό και φυσικό περιβάλλον της Σαντορίνης. Ωστόσο, είναι κατανοητή και σεβαστή η φιλοδοξία των δημιουργών του νέου κήπου (Ecoscapes, δρ Αντώνης Σκορδίλης, αρχιτέκτων τοπίου Ματίνα Γαλάτη) να προσφέρουν ένα φιλοσοφικά σχεδιασμένο περιβάλλον που γεννά αισθήσεις και σκέψεις στον περιπατητή. Ως συνέχεια του ελληνικού κήπου στο αίθριο του Μουσείου, ο μεγάλος κήπος είναι ένα έργο των τελευταίων ετών που ζητά αδιάκοπη φροντίδα. Στα αριστερά του Μουσείου βρίσκονται οι «Προμαχώνες», το μεγάλων διαστάσεων δημόσιο γλυπτό της Βένιας Δημητρακοπούλου, που αρχικά είχε εκτεθεί στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Το 2016 τοποθετήθηκε στον περιβάλλοντα χώρο του Μουσείου με αφορμή τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη θεμελίωσή του. Το ίδιο το κτίριο του Μουσείου προέρχεται από την ευγενή περίοδο του νεοκλασικισμού του 19ου αιώνα. Είναι απλό και γαλήνιο. Εμπνέει το αίσθημα της ασφάλειας, προκαλεί με τη χάρη και τις αναλογίες του μια διάθεση αρμονίας και ειρήνης, είναι ένα κτίριο του αθηναϊκού κλασικισμού από την περίοδο εκείνη κατά την οποία η υπόθεση της εθνικής ταυτότητας ήταν μείζονος σημασίας. Ανέκαθεν τα αγάλματα στη στέψη του Μουσείου εγγράφονταν στο βλέμμα έστω και ασυνείδητα, έστω και φευγαλέα. Τα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=