15 Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974, μιας τραγικής για τον ελληνισμό της Κύπρου εποχής, που πενήντα χρόνια μετά το ελληνικό κράτος έδωσε στη δημοσιότητα. Η ενέργεια συνάδει με εκείνες των σύγχρονων δυτικών κρατών, τα οποία δίνουν μετά την πάροδο ετών τη δυνατότητα τεκμηρίωσης και ενημέρωσης για σημαντικά γεγονότα. Τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν περιέχουν τα «καυτά» μυστικά της χούντας σχετικά με τις καταστροφικές προθέσεις που είχε για την Κύπρο. Ούτε περιέχουν στοιχεία μέσα από τα οποία αντιλαμβανόμαστε καθαρά τη συνωμοτική λειτουργία του σκοτεινού καθεστώτος. Εδώ χρειάζεται να αποσαφηνίσουμε ότι η ίδια η χούντα κατέλαβε την εξουσία μέσω συνωμοσίας και μετά την εδραίωσή της συνέχισε να συνωμοτεί τόσο σε βάρος του δικού της έως πρότινος ενιαίου συνωμοτικού μηχανισμού που την έφερε στην εξουσία όσο και σε βάρος του κρατικού μηχανισμού, στον οποίο εξέχουσα θέση είχαν οι μυστικές υπηρεσίες. Σταδιακά, μετά την επικράτησή της, η ομάδα του δικτάτορα Παπαδόπουλου διαχωρίστηκε σε «ευνοημένους» και μη, σε στρατοκράτες και σε «πολιτικούς». Οι διαφοροποιήσεις αυτές ενεργοποίησαν διαφορετικές κατευθύνσεις και στόχους στον πυρήνα της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας της χούντας. Πέρα από την αντικομμουνιστική εμμονή και την πίεση για αύξηση των πολιτικών διώξεων, των συλλήψεων και των βασανισμών, η χούντα αποτέλεσε και το τελευταίο προπύργιο του ελληνικού αλυτρωτισμού. Τα έγγραφα, όπως συμβαίνει πολύ συχνά και σε άλλες περιπτώσεις, μας επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη εξωδίκως γνωρίζαμε. Το ίδιο συνέβη και με τον Φάκελο Κύπρου, τον οποίο ξεκίνησαν να δημοσιεύουν ήδη από το 2018 η Βουλή των Ελλήνων και η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τη σειρά εγγράφων που παρουσιάζονται στο πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου απουσιάζουν ενδεχομένως κάποια των οποίων η δημοσίευση ίσως δημιουργήσει και σήμερα ζητήματα στη χώρα. Όχι σχετικά με πρόσωπα που τότε πρωταγωνιστούσαν, αλλά σχετικά με την
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=