Αιχμηρά αντικείμενα

Ένα T ο πουλόβερ μου ήταν καινούργιο, χτυπητό κόκκινο και άσχημο. Ήταν 12 Μαΐου, αλλά η θερμοκρασία είχε κάνει απότομη βουτιά στους δέκα βαθμούς και, αφού τουρτούρισα ένα τετραήμερο με τα πουκαμισάκια, καλύφθηκα όπως όπως με μια προσφορά γνωστής μάρκας, αντί να ξεσκαλίσω τα μα- ζεμένα χειμωνιάτικα. Άνοιξη στο Σικάγο. Μέσα στο επενδυμένο με λινάτσα γραφειάκι μου κοίταζα αφηρημένα την οθόνη του υπολογιστή μου. Το κομμάτι μου για σήμερα ήταν μια σχετικά μαύρη ιστορία. Τέσσερα παιδάκια, ηλικίας από δύο μέχρι έξι χρονών, είχαν βρεθεί κλειδωμένα σε ένα δωμάτιο στο Σάουθ Σάιντ, με ένα μισόλιτρο γάλα και κάνα δυο σάντουιτς με τόνο. Τρεις μέρες ήταν παρατημένα εκεί μέσα, ανακατώνοντας σαν τα κοτοπουλάκια φαγητά και ακαθαρσίες πάνω στη μοκέτα. Η μάνα τους είχε βγει να τραβήξει μια τζού- ρα απ’ τον ναργιλέ και ξεχάστηκε. Συμβαίνει καμιά φορά. Oύτε καψίματα από τσιγάρα ούτε σπασμένα κόκαλα. Μόνο ένα ανεπανόρθωτο ολίσθημα. Είχα δει τη μητέρα μετά τη σύλληψή της: η Τάμι Nτέιβις, ετών είκοσι δύο, ξανθιά και χοντρή, με ροζ ρουζ στα μάγουλα, δυο τέλειους κύκλους μεγέθους διόπτρας σκοποβολής. Μπορούσα να τη φανταστώ: καθισμένη σε έναν σαραβαλιασμένο καναπέ, τα χείλη της πάνω στο μέταλλο, μια δυνατή ρουφηξιά, ένα φύσημα καπνού. Κι ύστερα όλα μια θο- λούρα, και τα παιδιά της να χάνονται κάπου στο βάθος καθώς

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=