Αιχμές - Τεύχος #5

Ε πιχειρώντας ναπερπατήσωστην Αθήναμε έναν τρόπο διαφορετι- κό, άρχισα να ξεφυλλίζω το ημερολόγιο που κρατούσε ο πατέρας μου όταν ήταν παιδί και έφηβος, και σταδιακά να χάνομαι στην αφήγηση. Από μικρός γνώριζα φυσικά την ύπαρξη αυτού του δερ- ματόδετου βιβλίου που έγραφε στη ράχη με χρυσοτυπία «Ημερο- λόγιον», αλλά πλέον σε ώριμη ηλικία ήταν φαίνεται ο σωστός χρόνος για να συνδεθώ επί της ουσίας με τα γραφόμενά του. Το ημερολόγιο αυτό ξεκινάει το 1934, όταν ο πατέρας μου ήταν μόλις 6 ετών, και σταματάει το 1944, στα χρόνια της εφηβείας. Αυτό που με τρα- βούσε πάντα σε αυτές τις καταγραφές, κάποιες αμήχανες και απλοϊκές, και άλλες με πλούσιες περιγραφές και συναίσθηση της Ιστορίας, ήταν η αναπαράσταση της καθημερινότητας στη διάρκεια της Κατοχής αλλά και πριν από αυτήν, μέσα από τα μάτια και τις εμπειρίες ενός παιδιού και με- τέπειτα εφήβου. Το ημερολόγιο γραφόταν σε ένα μικρό σπίτι στα Πατήσια. Εκεί, ήταν το πατρικό, στην οδό Ηρακλείου 45, κοντά στην Αγίας Λαύρας. Εκεί, ήταν το όριο ανάμεσα στην ειδυλλιακή κηπούπολη της Κυπριάδου και της αστικής συνοικίας των Άνω Πατησίων. Το μικρό σπίτι, που δεν υπάρχει πλέον, κα- θώς πουλήθηκε μετά τον θάνατο των γονέων του πατέρα μου, είχε εκείνη την απλή διαρρύθμιση με τα δωμάτια στη σειρά και την αυλή στη μέση. Η αυλήήταν στρωμένημε τετράγωνες πλάκες, μεωραίο χρωματικόσυνδυα­ σμό, ώχρα και μπορντό. Οι πόρτες ολόγυρα ήταν βαμμένες γκρι, η σκεπή είχε κεραμίδια και στο βασικό δωμάτιο, που ήταν η τραπεζαρία, το φως έμπαινε άπλετο από το διπλανό χέρσο οικόπεδο. Σε εκείνη την τραπεζαρία γραφόταν το ημερολόγιο εκείνα τα χρόνια. Το μοναδικό παράθυρο του δωματίου ήταν ψηλό με λευκά καΐτια. Μια κεντη- μένη κουρτίνα κρεμόταν μπροστά δίνοντας τον αέρα της πάστρας. Μια μικρή βιβλιοθήκη με τζάμι είχε την εγκυκλοπαίδεια και τη συλλογή γραμ- ματοσήμων, στο ράφι υπήρχε το βαρόμετρο με τους Τυρολέζους χωρι- κούς, στον τοίχο φωτογραφίες προγόνων. Αλλά ο πατέρας μου παλεύο- ντας με τα μολύβια και τους κονδυλοφόρους, όπως και με την ορθογραφία τα πρώτα χρόνια, ιστορούσε μια καθημερινότητα που με το πέρασμα του χρόνου έμελλε να περάσει από τη σφαίρα της μικροϊστορίας στο μεγάλο πεδίο της δημόσιας Ιστορίας. Είναι φορές που σκέφτομαι ότι για τις παλαιότερες γενιές, ο τρόπος που βίωσαν την Κατοχή στην Αθήνα είναι ένας δρόμος για να σταθμίσει κανείς και τη σχέση με την πόλη και την παρα- καταθήκη της. Το ίδιο και για την επόμενη γενιά που μεγάλωσε με τις οικογενειακές αφηγήσεις που ήταν αντλημένες από τη ζώσαμνήμη. Αλλάόσα έγραφε ομικρός πατέρας μου, πριν γίνει πατέρας, πριν αποκτήσει την οποιαδήποτε εικόνα για τη μελ- λοντική ζωή του, μας παραδίδονται πλέον ως ένα κοινό κτήμα, ως κομμάτι μιας συλλογικής αφήγησης, που, με το πέρασμα του χρόνου, γίνεται κληρονομιά και προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Μέσα στις σελίδες του Ημερολογίου, βρήκα παλιές χάρτινες πληθωρι- στικές δραχμές της Κατοχής, φυλαγμένες εκεί ως ενθύμιο, ως τεκμήριο των διαρκών ανατιμήσεων. Υπήρχε παράλληλα και μια αίσθηση ότι όλα όσα γράφονταν στις σελίδες εκεί μπορεί κάποτε να αποτελούσαν ιστορικό τεκμήριο και να προκαλούσαν σκέψεις και συνειρμούς. Στα χρόνια της Κατοχής και παρά τις προφανείς δυσκολίες, η ζωή προ- χωρούσε. Με στερήσεις και ανασφάλεια, αλλά και με σινεμά και με θέατρο (ίσως και μια φορά την εβδομάδα), όπως και με πολύ παιχνίδι στον δρόμο. Οι ποδαρόδρομοι ήταν ατελείωτοι και οι εξερευνήσεις στις γύρω εξοχικές περιοχές ήταν συνεχείς. Από τα πιο ατμοσφαιρικά σημεία της αφήγησης του πατέρα μου ήταν η εξόρμηση με συμμαθητές του, μέσα στην Κατοχή, στις όχθες του Κηφισού, κοντά στη Νέα Φιλαδέλφεια, σε ένα περιβάλλον μυστηριακό και υποβλητικό. Ανάμεσα στα δέντρα και τα νερά είχαν βρει ένα εκκλησάκι, στον τοίχο του οποίου είχαν χαράξει τα αρχικά τους. Αλλά μαζί με την καθημερινότητα στην Κατοχή και τις εξορμήσεις, οι ημε- ρολογιακές αυτές καταγραφές προσφέρονται σήμερα για να δούμε όχι μόνο την ψυχολογία ενός παιδιού που ζούσε εκείνο το κλίμα εποχής αλλά και ένα σωρό άλλα θέματα. Το σχολείο. Μετά τα μικρά ιδιωτικά σχολεία της γειτο- νιάς, ήρθε η ώρα της μεγάλης πύλης της Λεοντείου Σχολής στα Πατήσια. Οι μυθικοί καθηγητές, οι συμμαθητές, οι έλεγχοι, οι πρόσκοποι. Οι βόλτες με τους φίλους. Τα θαλάσσια λουτρά στον Μπάτη και στο Εδέμ. Τι γινόταν όταν οι Γερμανοί απέκλεισαν τους Έλληνες από τις παραλίες τουΦαλήρου; Τα καλοκαίρια, ήδη πριν από τον πόλεμο, στη δεκαετία του ’30, ο πατέ- ρας μου τα περνούσε στον τόπο καταγωγής της μητέρας του, στο Άστρος Κυνουρίας. Τα σχεδόν παράνομα ταξίδια με καΐκι από τον Πειραιά στο Άστρος, η περιπετειώδης επιστροφή με τρένο συνιστούν σήμερα κομμά- τια περιπετειώδους ταινίας. Και από κοντά ήταν το ξύπνημα της εφηβείας, η ανάγκη για διέξοδο και ελευθερία. Ως θείο δώρο ήταν τότε ο ερασιτεχνικός αθλητισμός. Ένας ολό- κληρος κόσμος αλλά και μια λέσχη φιλίας στήθηκε τότε γύρω από τον ιστορικό σύλλογο του Σπόρτιγκ στα Πατήσια, όπου ο πατέρας μου, σχεδόν παιδί ακόμη, είχε αρχίσει να παίζει μπάσκετ. Και μαζί με το μπάσκετ, το ποδόσφαιρο που παρακολουθούσε στην Κατοχή ως φίλαθλος στο γήπεδο της Αλεξάνδρας, κοντά στον αγαπημένο Παναθηναϊκό. Αυτός ο μικρόκοσμος γίνεται πλέον το όχημα γιαπαράλληλες αναγνώσεις και διασταυρούμενα βλέμματα. ΗΑθήνα όπως βιώθηκε από έναπαιδί που περνούσε στην εφη- βείαπριναπό80και πλέον χρόνια, τότεπουηΠρωτοχρονιάεκεί- νων των ετών άρχιζε με τηφράση: «Οπόλεμος συνεχίζεται...».  | 9 Η ΑΘΉΝΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΉΣ ΜΈΣΑ ΑΠΌ ΤΑ ΜΆΤΙΑ ΕΝΌΣ ΠΑΙΔΙΟΎ O συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος, γνωστός για τα πανέμορφα κείμενα που μας χαρίζει, κυρίως για την Αθήνα και την ιστορία της, τις κρυφές της γωνιές και τα μυστικά που φανερώνει στους κατοίκους της, όταν έχουν τα μάτια τους ανοιχτά, στο νέο του βιβλίο μιλά για την Αθήνα της Κατοχής, μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου του πατέρα του. Και όσα μας λέει είναι πολύτιμα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=