Το πέρασμα
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ 16 «Αφού δεν πρόκειται να τους βοηθήσουμε, είναι σαν να έχουν κιόλας πνιγεί». Εκείνος του έριξε μια αγριεμένη ματιά, μα ύστερα, σαν να το ξανασκέφτηκε, άλλαξε ύφος. «Νίκο, δεν είναι έτσι, και το ξέρεις» είπε όσο πιο μειλίχια μπορούσε, αν και έπρεπε να φωνάζει για να ακούγεται. «Τόσες χιλιάδες από δαύτους πέρασαν αποδώ τα τελευταία χρόνια. Εδώ ήσουν το καλοκαίρι, τα ’δες με τα μάτια σου. Αρνηθήκαμε σε κανέναν τη βοήθεια; Αφήσαμε κανέναν νηστικό; Δεν έκανε ο καθένας ό,τι μπορούσε; Ψάξε όποιο σπίτι θες, δεν θα βρεις παραπανίσια κουβέρτα ούτε για δείγμα. Ξέρω ανθρώπους που δεν τους περισσεύουν, ανθρώπους που τα φέρνουν πέρα δύσκολα, κι όμως όποτε χρειάστηκε έδωσαν και αυτοί. Ό,τι μπορούσε έκανε ο καθένας μας. Γι’ αυτό μη μας αδικείς». «Τώρα τι γίνεται» επέμεινε ο γιατρός. «Να βάλει ο Άγιος το χέρι του, αυτό μόνο» ακούστηκε αποκαμωμένος κάποιος από τους κατοίκους. Ξαφνικά ένα πελώριο κύμα χτύπησε απ’ το πλάι το σκάφος σπρώχνοντάς το βίαια προς τα βράχια. Ένας ανα- τριχιαστικός, απόκοσμος ήχος βγήκε απ’ τα σπλάχνα του, καθώς οι λαμαρίνες των υφάλων του σύρθηκαν πάνω στην κοφτερή πέτρα που κρυβόταν κάτω απ’ την επιφάνεια. «Ένα δυο τέτοια ακόμα και πάει τελείωσε» ξεφύσησε περίλυπος ο γέρος καπετάνιος. Και πράγματι, πριν καλά
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=