9 Ολόγυρά της απλώνονταν λόφοι, κι άλλοι λόφοι, από πάνω ουρανός καταγάλανος, από κάτω οστά επί οστών που αργοσάλευαν μέσα στο χώμα, και μπροστά της στεκόταν και την περίμενε η οικονόμος κάτω από τη βουκαμβίλια της εισόδου του κυρίου Τέιλορ –ολάνθιστη αιχμηρό κόκκινο που της έτσουζε τα μάτια–, τα μαλλιά της πιασμένα σ’ έναν αυστηρό κότσο, τραβηγμένα με τόση δύναμη που οι κρόταφοί της τσίτωναν και το πρόσωπό της έπαιρνε μια έκφραση λεία, αφύσικη. « Ήρθατε» είπε η οικονόμος, σχεδόν απορημένη, σαν να μην την παρακαλούσε επί εβδομάδες να έρθει· η θέση της ήταν απίθανη – μητέρα προς μητέρα,ήξερε αρκετά ώστε να ξέρει ότι θα μπορούσε, πράγματι, να έρθει αν την παρακαλούσες, κι ότι συχνά, τις περισσότερες φορές, θα κατέληγες να μην μπορείς να αποφασίσεις αν ήταν τελικά καλύτερα που ήρθε ή όχι. Λέγεται για τους κοινούς ανθρώπους ότι συνήθως δεν ξέρουν τι θέλουν· ακόμα χειρότερο όμως είναι όταν ξέρουν τι θέλουν, κι αυτό
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=