11 I Δεν αποκλείεται να πεθάνει αυτή τη φορά. Συνειδητοποιεί ότι αυτό δεν τον ανησυχεί. Ίσως επειδή κρυώνει τόσο πολύ, που δεν ελέγχει το μυαλό του περισσότερο απ’ ό,τι αν ήταν μεθυσμένος. Οι σκέψεις, όταν έρχονται, είναι σχεδόν διάφανες, μέδουσες που κολυμπούν εδώ κι εκεί. Ο αρκτικός άνεμος περονιάζει τα χέρια και τα πόδια του, οι σκέψεις του πέφτουν στα τοιχώματα του κρανίου του και τα πιτσιλούν σαν χυλός. Θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα παγώσει. Ξέρει ότι βαδίζει, αν και δεν το αισθάνεται πλέον. Ο πάγος μπροστά του αναπηδά και υποχωρεί, άρα εκείνος δεν μπορεί παρά να κινείται προς τα εμπρός. Έχει ένα τουφέκι κρεμασμένο στην πλάτη, μια τσάντα περασμένη χιαστί στο στήθος. Το βάρος τους είναι ανούσιο και σισύφειο. Η διάθεσή του είναι καλή. Αν τα χείλη του δεν είχαν μουδιάσει, θα σφύριζε. Κάπου στο βάθος ακούει τον κρότο από κανονιοβολισμούς. Τρεις κανονιές στη σειρά, σαν φτέρνισμα. Το πλοίο στέλνει σινιάλα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=