PIERGIORGIO PULIXI 22 τα μετρούσαν οι κόκκοι που στοιβάζονταν στον πάτο της κλεψύδρας: «Πενήντα δευτερόλεπτα». Ο Νικόλα Βίντσις έκλεισε τα μάτια. Όταν τα άνοιξε ξανά, ο τελευταίος κόκκος γλίστρησε στο κενό της αμπούλας και κάθισε πάνω στον πορφυρό λοφίσκο. «Ο χρόνος τελείωσε… Λοιπόν, ποιος;» Η Λουτσία προστάτεψε το σώμα του γιου της με το δικό της, εκθέτοντας τον εαυτό της για να τον καλύψει, σαν να ήθελε να εκφράσει την επιλογή που ο σύζυγός της δεν είχε το κουράγιο να κάνει. Ο άγνωστος, όμως, συνέχιζε να περιεργάζεται επίμονα τον σύζυγό της: εκείνος έπρεπε να πάρει την απόφαση. «Δείξε μου ποιος πρέπει να πεθάνει, αλλιώς θα τους καθαρίσω και τους δύο». Ο Νικόλα ξέσπασε σε λυγμούς, παραμένοντας γονατιστός, με το κεφάλι σκυμμένο, συντετριμμένος από το αβάσταχτο βάρος. Η Λουτσία τού έριξε μια αγκωνιά, σαν να ήθελε να τον λυτρώσει από το αδιέξοδο που του υπαγόρευε ο τρόμος. Τον κοίταξε με ένα γλυκό βλέμμα, που μέσα του κρύβονταν όλες οι λέξεις που θα ήθελε να του πει. Εκείνο το βλέμμα ήταν ο αποχαιρετισμός της. Ο σύζυγός της δέχτηκε το βλέμμα εκείνο με το στήθος του να τραντάζεται από τα αναφιλητά. Τα δάκρυα αυλάκωναν το ζαρωμένο πρόσωπό του. «Αυτήν;» ρώτησε ο ξένος. Ο Νικόλα έγνεψε ναι. Ο κουκουλοφόρος πάτησε τη σκανδάλη. Ο πυροβολι-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=