Το βιβλιοπωλείο με τις μαύρες γάτες

PIERGIORGIO PULIXI 20 κάννη από τη Λουτσία στον Λορέντζο. «Έχεις ένα λεπτό για να μου υποδείξεις ποιον από τους δύο. Αν λήξει ο χρόνος σου, θα τους σκοτώσω και τους δύο και θα αφήσω εσένα ζωντανό. Μετά θα φύγω και δεν θα με δεις ποτέ ξανά». Τα εξηγούσε όλα με σαφήνεια και απλότητα, λες και δεν προανήγγελλε μια δολοφονία, αλλά έδινε οδηγίες για κάποια συνταγή μαγειρικής. «Δεν έχει νόημα να πεθάνουν και οι δύο, έτσι δεν είναι; Οπότε, κάνε την επιλογή σου. Ή εκείνη ή αυτός». Φάρσα είναι, σκέφτηκε ο Νικόλα. Δεν μπορεί. Χαμογέλασε, μάλιστα, με όλη αυτή την παράνοια. «Πού το βλέπεις το αστείο;» είπε ο άλλος εκνευρισμένος. «Μιλάω τόσο σοβαρά όσο δεν φαντάζεσαι. Άρχισε να σκέφτεσαι, γιατί θα την αναποδογυρίσω τώρα». Η Λουτσία και ο Νικόλα προσπάθησαν να αντιδράσουν, μα άδικος κόπος. Ο Χέντριξ, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τούς παρατηρούσε ήρεμος ροκανίζοντας ένα μπισκότο ξαπλωμένος στο πάτωμα, σήκωσε τ’ αυτιά του και τους κοίταξε παραξενεμένος. Είχε οσμιστεί την αγωνία τους. Ο άγνωστος γύρισε την κλεψύδρα: ήταν ένα όμορφο ξύλινο αντικείμενο που έμοιαζε με αντίκα, με κυκλική βάση και τρεις κίονες, που περιείχε δύο γυάλινες αμπούλες με πολύ λεπτή άμμο σε κατακόκκινο χρώμα. Οι κόκκοι άρχισαν να μαζεύονται στην άλλη άκρη. Ο ξένος τούς κοιτούσε απαθής. Έμοιαζε υπεράνω κάθε συναισθήματος. Είχε αφήσει ανοιχτή την μπαλκονόπορτα. Το δρο-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=