Το μυστήριο του γκι

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΚΙ 17 Ανασήκωσε τους ώμους του, έβγαλε τα παπούτσια του, τα σκούπισε καλά καλά και τα τοποθέτησε προσεκτικά δίπλα στα δικά μου στην ντουλάπα. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε δίπλα μου, μου έριξε το πάπλωμα με το μεγάλο άστρο στο κέντρο που μου είχε φτιάξει η γιαγιά, και μου έσκασε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο. «Ξεκουράσου. Θα ετοιμάσω το βραδινό μας». Εκείνη τη στιγμή πρόσεξα τους μαύρους κύκλους που είχαν εγκατασταθεί κάτω από τα υπέροχα καστανά του μάτια. Φαινόταν κατάχλωμος και εξαντλημένος. Ξέρω ότι δουλεύει πάρα πολύ, αλλά δεν παραπονιέται ποτέ, κι ας γίνεται χίλια κομμάτια για να τα προλαβαίνει όλα. Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι έχει πολλά στο μυαλό του, ίσως περισσότερα απ’ όσα γνωρίζω. Αλλά δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό που τον απασχολεί. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα μιλήσει για τα προβλήματά του. Όπως η γιαγιά έτσι και ο Χουάν Μανουέλ προτιμά να κρατάει τις έγνοιες μέσα του, αθέατες, ελπίζοντας ότι η έλλειψη φωτός θα τις κάνει να μαραζώσουν, και θα πάψουν να τον βασανίζουν. Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα. «Χουάν» είπα ξαπλωμένη στον καναπέ όσο εκείνος στεκόταν από πάνω μου. «Δεν χρειάζεται να μου φτιάξεις βραδινό. Όλη μέρα μαγείρευες για εκατοντάδες ανθρώπους στο ξενοδοχείο. Μπορούμε να την περάσουμε με τοστ και τσάι». «Μα είναι Σάββατο, μέρα για σπαγγέτι!» μου απάντησε. «Και για ρομαντικό δείπνο με την κουρασμένη αλλά πάντα εκθαμβωτική πριγκίπισσά μου».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=