Το μυστήριο του γκι

NITA PROSE 14 είχε μια ολοκαινούργια ιδέα. «Το παράθυρό μας βλέπει στον δρόμο. Κάποιοι ένοικοι βάζουν λαμπάκια. Θα πρέπει να βάλουμε κι εμείς!» ανακοίνωσε. Πριν προλάβω να τον σταματήσω, έτρεξε στο γειτονικό χρωματοπωλείο, αγόρασε μια σειρά πολύχρωμα λαμπάκια που αναβοσβήνουν, και τα κρέμασε γύρω από το παράθυρο του σαλονιού μας, δημιουργώντας μια παραμυθένια εικόνα, ορατή από ένα χιλιόμετρο μακριά. Όσο για την περσινή χριστουγεννιάτικη παράδοση αλά Χουάν, ήταν μακράν η πιο τρελή ιδέα του μέχρι σήμερα. Την ημέρα που έπεσε το πρώτο χιόνι του Δεκέμβρη, ο Χουάν μπήκε σαν σίφουνας στο σαλόνι, όπου με βρήκε να κάθομαι στον ξεφτισμένο καναπέ μας, και είπε «Πάμε βόλτα με μια άμαξα, αυτές που τις σέρνουν άλογα – χιόνια στο καμπαναριό! Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό – μια ρομαντική βόλτα στους δρόμους της πόλης με τη Μόλι μου στην αγκαλιά μου». «Τι ωραία ιδέα» απάντησα. «Να το κανονίσουμε καμιά φορά». «Καμιά φορά;» απάντησε. «Τώρα αμέσως θα πάμε!» Κάπως έτσι βρέθηκα κουκουλωμένη μ’ ένα ζεστό παλτό και τον Χουάν δίπλα μου να κρατάει σφιχτά ένα θερμός με ζεστή σοκολάτα που είχε ετοιμάσει μόνος του. Και μια και δυο κατεβήκαμε στην κεντρική πλατεία της πόλης, όπου έκοβαν βόλτες οι στολισμένες άμαξες. Το πρόσωπο του Χουάν σκοτείνιασε μόλις ένας αμαξάς του είπε την τιμή για τη σύντομη διαδρομή – πολύ πάνω από το ισχνό μας βαλάντιο. Το χέρι του πήγε στο πορτοφόλι του, αλλά τον σταμά-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=