NITA PROSE 10 Όταν ήμουν μικρή, αλλά και για πολλά χρόνια μετά, η γιαγιά έβαζε στο καθένα από εκείνα τα είκοσι πέντε συρταράκια τους διάφορους θαυμαστούς θησαυρούς που μάζευε όλη τη χρονιά μόνο για μένα – ένα ανοιχτόχρωμο ροζ κοχύλι, ένα σοκολατάκι με λικέρ κεράσι τυλιγμένο σε κόκκινο ασημόχαρτο, ένα ασημένιο κουταλάκι μινιατούρα. Την πρώτη του Δεκέμβρη έφερνε στο σπίτι το φρεσκοκομμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο που της χάριζαν οι Κόλντγουελ, η τελευταία οικογένεια όπου εργάστηκε ως καμαριέρα. Κουβαλούσαμε το δέντρο απ’ τις σκάλες του πολυώροφου κτιρίου μας, το σέρναμε μέχρι το διαμέρισμά μας και το στολίζαμε με γιρλάντες από ποπκόρν κι ένα σωρό άλλα χειροποίητα στολίδια. Ανήμερα τα Χριστούγεννα ξυπνούσαμε νωρίς και φορώντας ακόμη τις πιτζάμες μας ανοίγαμε τα δώρα μας. Μια χρονιά η γιαγιά μού έφτιαξε ένα ολόκληρο κασόνι μαρμελάδα πορτοκάλι, την αγαπημένη μου γεύση. Μια άλλη χρονιά μου έδωσε ένα ασημένιο κολιέ, το οποίο της είχε χαρίσει, μου είπε, ένας αγαπημένος φίλος δεκάδες χρόνια πριν. Μου κόπηκε η ανάσα όταν άνοιξα το κουτάκι και είδα την αλυσίδα να αστράφτει στην μπαμπακένια θήκη. «Μα γιαγιά, αυτό το κολιέ είναι δικό σου» είπα. «Δεν μπορώ να το δεχτώ». «Φυσικά και μπορείς. Θα σου πηγαίνει πάρα πολύ». Ήταν αλήθεια ότι μου πήγαινε και από κείνη τη μέρα δεν το έβγαλα από πάνω μου. Ωστόσο με το που δέχτηκα το όμορφο δώρο της, συνει-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=