9 Να μπει και να βγει αμέσως, μια χάρη να κάνει. Μεγάλη χάρη, για την οποία θα ανταμειβόταν κάποια στιγμή. Να μπει και να βγει αμέσως, ένα τίποτα στην πραγματικότητα. Μια διάρρηξη χωρίς φασαρία. Ο συναγερμός θα χτυπούσε, αν και πάντοτε έπαιρνε λίγη ώρα μέχρι να εμφανιστεί κάποιος. Μπορεί να υπήρχαν κάμερες, αλλά αυτός θα φορούσε την κουκούλα του – αυτή που κάλυπτε τα πάντα εκτός από τα μάτια. Και γάντια, φυσικά. «Δεν χρειάζεται να μπεις μέσα» του είχαν πει. «Άφησέ το σ’ εμάς». Η κεντρική είσοδος, πάντως, παραήταν εύκολη – και από τη στιγμή που την ξεκλείδωσε, γιατί να σταματήσει; Μπορεί να υπήρχαν τίποτα ψιλά, κανένα κινητό ή iPad, μικροπράγματα που κανείς δεν θα τους έδινε σημασία. Ήξερε ότι είχε μερικά λεπτά στη διάθεσή του. Πέντε με δέκα περίπου. Ρίχνοντας μια ματιά, όμως, στο εσωτερικό, δεν είδε παρά ένα νυχάδικο. Δεν υπήρχε τίποτα να βουτήξει εκτός από λίμες και βερνίκια. Ούτε καν ταμειακή μηχανή, μόνο το μηχανάκι για κάρτες. Αν είχαν υπολογιστή, τον είχαν αποσυνδέσει και μεταφέρει στο σπίτι για ασφάλεια. Δύο πόρτες στο βάθος, τουαλέτα στ’ αριστερά και γραφείο στα δεξιά. Το γραφείο ήταν κλειδωμένο – κλειδαριά Yale. Έβγαλε τα γάντια με τα δόντια του για να πιάσει πιο καλά το μικρό κατσαβίδι. Δέκα δευτερόλεπτα χρειάστηκε μόνο. Πέρασε το κατώφλι και άναψε τον φακό του κινητού. Μόλις κατάλαβε τι βρισκόταν πάνω στο γραφείο, έσφιξε ασυναίσθητα το χέρι του, αυτό που κρατούσε το κατσαβίδι. Έσφιξε και τα δόντια του, και η ανάσα του βγήκε κοφτή.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=