Το κορίτσι που εξαφανίστηκε

G I L L I A N F L Y N N 18 Έιμι αγαπάει τη μαμά». Αλλά δεν μπορούσα να πω στην Γκο ότι η Έιμι αγαπούσε τη μάνα μας, γιατί έπειτα από τόσον καιρό η Έιμι καλά καλά δεν την ήξερε. Οι ελάχιστες συναντήσεις τους τις είχαν αφήσει και τις δύο μπερδεμένες. Μέρες μετά η Έιμι ανέλυε τις κουβέντες τους –«και τι εννοούσε λέγοντας...»– λες και η μάνα μου ήταν η γερόντισσα της φυλής που είχε έρθει από την τούντρα φορτωμένη ωμό κρέας από γιακ και κουμπιά για να τα ανταλλάξει προκειμένου να αποσπάσει κάτι από την Έιμι. Η Έιμι δεν ήθελε να γνωρίσει την οικογένειά μου, δεν ήθελε να γνωρίσει τον τόπο όπου γεννήθηκα, αλλά παρ’ όλα αυτά, για κάποιον λόγο, εγώ πίστευα ότι ήταν καλή ιδέα να μετακομίσου- με εκεί. Η πρωινή ανάσα μου ζέστανε το μαξιλάρι. Άλλαξα θέμα στο μυα- λό μου. Σήμερα δεν ήταν μέρα για αυτομαστίγωμα ή μεταμέλεια, ήταν μέρα για δράση. Από κάτω άκουγα έναν ήχο που είχα σχε- δόν ξεχάσει: η Έιμι ετοίμαζε πρωινό. Ξύλινα ντουλάπια χτυπού- σαν (μπαμ-μπαμ!), πράγματα κουδούνιζαν μέσα σε μεταλλικά δοχεία και γυάλινα βάζα (ντινγκ-ντινγκ!), μεταλλικά και σιδερέ- νια κατσαρολικά ξεδιαλέγονταν (κλανγκ-κλανγκ!). Μια γαστρο- νομική ορχήστρα συντονιζόταν κι ετοιμαζόταν με θόρυβο κι ορμή για το φινάλε: μια φόρμα για κέικ έπαιξε ντραμς κυλώντας στο πάτωμα και χτύπησε στον τοίχο σαν κύμβαλο. Κάτι εντυπωσιακό δημιουργούνταν, πιθανόν μια κρέπα, γιατί οι κρέπες είναι κάτι ιδιαίτερο, και σήμερα η Έιμι θα ήθελε να ετοιμάσει κάτι ιδιαίτερο. Ήταν η επέτειός μας. Πέντε χρόνια. Πήγα ξυπόλυτος ως την άκρη της σκάλας και με τα δάχτυλα των ποδιών μου να βουλιάζουν μες στην παχιά μοκέτα που η Έιμι σιχαινόταν για λόγους αρχής στάθηκα και αφουγκράστη- κα, ενώ προσπαθούσα να αποφασίσω αν ήμουν έτοιμος να κα- τέβω να συναντήσω τη γυναίκα μου. Η Έιμι ήταν στην κουζίνα και δεν είχε ιδέα για τον δισταγμό μου. Σιγοτραγουδούσε έναν

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=