Το φως που σβήνει

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ Σ ΒΗΝΕ Ι 33 μάτια από πυρόπετρα. Τα κτίρια ήταν φτιαγμένα από άσπρη πέτρα και έβενο, και πάνω στις πλευρές τους αντανακλούνταν οι λάμψεις των φεγγοβόλων βράχων, που σχημάτιζαν μακριές κόκκινες σκιές, σαν χαίνουσες πληγές στο σώμα ενός τεράστιου σκοτεινού κτήνους. Πέταξαν πάνω από πύργους και τρούλους και δρόμους, μαιανδρικά στενά και φαρδιές λεωφόρους, ανοι- χτούς περίβολους και ένα τεράστιο υπαίθριο θέατρο με πολλά διαζώματα. Όλα ήταν άδεια. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε στους λουσμέ- νους στην κόκκινη λάμψη δρόμους του Λάρτεϊν. Η Γκουέν κατέβηκε με σπειροειδείς μανούβρες στη στέγη ενός τετράγωνου μαύρου πύργου. Την ώρα που έσβηνε αργά το πλέγμα βαρύτητας για να ολοκληρώσει την προσεδάφιση, ο Ντερκ είδε άλλα δύο αεροκίνητα στον χώρο στάθμευσης από κάτω τους: ένα κίτρινο δάκρυ με αεροδυναμικό σχήμα και ένα εντυπωσιακό παλιό στρατιωτικό αερόχημα που έμοιαζε σαν να είχε ξεμείνει από πόλεμο του περασμένου αιώνα. Είχε λαδί χρώμα και ήταν τετράγωνο και τεθωρακισμένο, με κανόνι λέι­ ζερ στο μπροστινό καπό και παλμικούς κυλίνδρους από πίσω. Η Γκουέν προσγείωσε το μεταλλικό σαλάχι τους ανάμεσα στα άλλα δύο αεροκίνητα και όλοι πήδηξαν μεμιάς στη στέγη. Όταν έφτασαν μπροστά σε μια σειρά ανελκυστήρων, εκείνη γύρισε και τον κοίταξε κάτω από το μουντό κοκκινωπό φως, μ’ ένα παράξενο βλέμμα στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσω- πο. «Είναι αργά» είπε. «Καλύτερα να πάμε να ξεκουραστούμε όλοι μας». Ο Ντερκ δεν έφερε αντίρρηση. «Ο Τζαάν;» ρώτησε. «Θα τον γνωρίσεις αύριο» του απάντησε. «Θέλω να προ- λάβω να του μιλήσω πρώτα».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=