Το φως που σβήνει

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ Σ ΒΗΝΕ Ι 29 συνειδητοποιούσε πως είχε παρεξηγήσει τελείως την κατά- σταση. Στείλε αυτή την ανάμνηση, κι εγώ θα έρθω, χωρίς γιατί. Αυτή ήταν η υπόσχεση, η μοναδική υπόσχεση. Τίποτα παραπάνω. Ένιωσε να τον πνίγει η οργή. Γιατί του το έκανε αυτό; Είχε κρατήσει το πετράδι στα χέρια της, είχε νιώσει τα συναισθή- ματά του. Σίγουρα μπορούσε να φανταστεί πώς θα ένιωθε. Δεν μπορεί η ανάγκη της να ήταν τόσο μεγάλη ώστε ν’ άξιζε το τίμημα όλων αυτών των αναμνήσεων. Και τότε, ο Ντερκ τ’Λάριεν ηρέμησε. Με τα μάτια του σφαλιστά, είδε πάλι το κανάλι στον Μπρακ, και την εικόνα της μοναχικής μαύρης μαούνας που του είχε φανεί τόσο ση- μαδιακή για μια στιγμή. Και θυμήθηκε την απόφασή του να ξαναπροσπαθήσει, να ξαναγίνει όπως παλιά , να έρθει κοντά της και να της δώσει ό,τι μπορούσε να της δώσει, ό,τι μπορεί να του ζητούσε – όχι μόνο για εκείνη, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό. Ανακάθισε με κάποια δυσκολία, ξεδίπλωσε τα μπράτσα του, άνοιξε τα μάτια του και ένιωσε τον τσουχτερό άνεμο. Ύστερα γύρισε αποφασιστικά και κοίταξε την Γκουέν και της χαμογέ- λασε μ’ εκείνο το παλιό, ντροπαλό του χαμόγελο. «Αχ, Τζένι» είπε. «Κι εγώ λυπάμαι. Αλλά δεν έχει σημασία. Δεν το ήξερα, αλλά δεν έχει σημασία. Χαίρομαι που ήρθα, και θα έπρεπε να χαίρεσαι κι εσύ. Επτά χρόνια είναι πάρα πολλά, έτσι;» Εκείνη γύρισε και του έριξε μια ματιά προτού στρέψει πάλι το βλέμμα της στα όργανα του αυτοκινήτου. Έγλειψε νευρικά τα χείλη της. «Ναι, Ντερκ. Επτά χρόνια είναι πάρα πολλά». «Θα γνωρίσω τον Τζαάν;» Η Γκουέν έγνεψε. «Και τον Γκαρς, τον τέιν του».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=