Κέρκυρα 13 μπάς αποτόλμησε εκ νέου να ανοίξει κουβέντα: η μαμά, οι γυναίκες, τα κορίτσια, οι γκόμενες – έψαχνε τη λέξη που θα ξεκλείδωνε τον μικρό, μια χαραμάδα έστω, να ρίξει μια ματιά στις σκέψεις του. Του άρεσε που τώρα είχε δύο σπίτια; Στεναχωριόταν που έλειπε από το σπίτι; Όσο δεν τολμούσε να εκστομίσει τις ερωτήσεις τόσο βάραινε η σιωπή. Κάτσανε στην πλατεία του Λιστόν εξαντλημένοι από την πηχτή υγρασία. Ο παλιομοδίτικος σερβιτόρος έσπευσε για την παραγγελία σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ύστερα, ο μικρός άνοιξε το καινούργιο του Αστερίξ και βυθίστηκε στην ανάγνωση. Γύρισε ο μπαμπάς το βλέμμα προς το πάρκο και αποδέχτηκε την πραγματικότητα: χίλιες φορές η σιωπή από τον μονόδρομο διάλογο. «Ωραίο το παγωτό;» Αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που ειπώθηκαν όση ώρα κάθισαν στην καφετέρια. Η απάντηση ήρθε υπό τη μορφή καταφατικού νεύματος. Τελειώνοντας τον φραπέ, ο μπαμπάς σηκώθηκε να πάει τουαλέτα. Μετά από λίγο ακούστηκε σαματάς. Ο μικρός γύρισε και είδε τον μπαμπά να τσακώνεται με τον σερβιτόρο. Από τα λίγα λόγια που έπιασε, κατάλαβε πως το θέμα ήταν το κάπνισμα στις τουαλέτες.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=