Σκληρό καλοκαίρι

Τ α βρύα και τα κλαδάκια την αγκάλιαζαν εκεί που ήταν ξαπλωμένη στο πλάι. Τα κουνούπια βούιζαν γύρω από το κεφάλι, με δυσκολία έβγαινε η αναπνοή της, η λιποθυμία μόλις μερικές ανάσες μακριά. Το μάτι κοιτούσε ψηλά στον ουρανό τα ανάλαφρα σύννεφα με τα περιγράμματά τους να λάμπουν ρόδινα και πορτοκαλιά. Ήταν η ζεστή εποχή. Η πάντοτε φωτεινή. Εκείνη αισθανόταν εδώ και μέρες τη δυσωδία της μόλυν- σης, αλλά δεν ήταν αυτό που θα τη σκότωνε. Ούτε η ασιτία, η πείνα. Χορτάτη ήταν. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Η πληγή δεν έλεγε να επουλωθεί, όσο κι αν εκείνη προ- σπάθησε να την κρατήσει καθαρή. Το επώδυνο και το καυτό απλώθηκαν μέχρι ψηλά στο πόδι. Η αγέλη είχε προσαρμοστεί στον ρυθμό της. Για λίγο. Τρία από τα μικρά της είχαν ακο- λουθήσει τους άλλους, αλλά το μικρότερο είχε μείνει κοντά της. Καταδικασμένο να χαθεί. Εκείνη δεν μπορούσε να κυνηγήσει, εκείνο δεν είχε μάθει ποτέ του πώς να το κάνει. Οι νεαρές άλκες, που ήταν εύκολα θηράματα εκείνη τη φωτεινή εποχή, ήταν επίσης αδιανόητη λεία. Ακόμα και η μικρή λεία κατάφερνε να της ξεφύγει. Ήταν ακόμη πολύ νω- ρίς για βατόμουρα που, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, θα μπορούσαν να καταλαγιάσουν και τη χειρότερη πείνα. Χτες είχαν βρει λίγη σάρκα, κρυμμένη εν μέρει, με μια μυρω- διά από την οποία το ένστικτό της της έλεγε να απομακρυν- θεί, αλλά που η κατανάλωσή της τους πρόσφερε λίγη αντοχή

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=