Ρόδο σε καθρέφτη

11 πόλεμος κ ουβαλούσε νερό στα χαρακώματα αμούστακος σχεδόν και οι μεγάλοι τον πίεζαν ν’ αφήσει πια τη στάμνα στις γυναίκες και ν’ αρπάξει το ντουφέκι μόλις έφτασε ο καιρός θλιβόταν βλέποντας απέναντι παλικάρια σαν εκείνον κι ουδόλως τον συγκινούσαν της σφαίρας η λαίμαργη τροχιά η κλαγγή και το αίμα μέσα του πανδαιμόνιο βουίζαν μελίσσι στο σώμα φθόγγοι και συλλαβές και λέξεις εν μέθη ξαγρυπνούσε για τη λευτεριά αγωνιζόμενος να φτιάξει ένα ποίημα που θα κατέπαυε τον πόλεμο μεμιάς οι άλλοι δεν κατάλαβαν τον έσπρωξαν στη μάχη με το ζόρι ώσπου το βόλι τον βρήκε αριστερά

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=