Σκουριά και χρυσάφι: Πόρτο Λεόνε (Pocket)
[ 17 ] Αθήνα, 8 Φλεβάρη 1863 Ζ εμάτισε τη γλώσσα με την πρώτη γουλιά τσάι που της πρόσφε ρε η Ευφροσύνη. Παρά τους ενδοιασμούς που κάθε τόσοφρέναραν τα πόδια της, τελικά είχε χτυπήσει την πόρτα τουσπιτιού. Φεύγοντας από… εκεί… είχε παραμείνει κρυμμένη μέχρι που οι πρώτοι Αθηναίοι άρχισαν να κυκλοφορούν βιαστικοί, τρομαγμένοι. Τα μαντάτα είχαν κάνει τον γύρο της πόλης, μόνο όποιος επειγόταν για κάτι σημαντικό είχε ξεμυτίσει, οι άλλοι μέσα. Είχε χτυπήσει τη θύρα της Ευφροσύνης, της όφειλε μιαν εξήγη ση, δεν γινόταν να την άφηνε στην αγωνία της, η γυναίκα είχε ευθύ νη έναντι των Βαμβακάδων, ίσως και έναντι τουΜάνου. Είχε φτιάξει στο μυαλό της τι θα της έλεγε και μετά θα έφευγε, θα πήγαινε στου Αντώνη. Σε εκείνον θα ομολογούσε την αλήθεια, θα ζητούσε να μιλήσει στον πατέρα, να διαλύσουν τους αρραβώνες και θα γυρνού σε πίσω. ΣτηΧαλκίδα. Σπίτι. Στην οικογένειά της. Να χωθεί στημήτρα της μάνας και να μη βγει ποτέ ξανά από εκεί. Η γυναίκα είχε κάνει τον σταυρό της όταν την είδε στο άνοιγμα της πόρτας. Την τράβηξε μέσα και έκλεισε βιαστικά. Έμοιαζε ταλαι πωρημένη, της είπε πως δεν είχε κλείσει μάτι από την αγωνία της για εκείνη και από την ανημποριά να κάνει το οτιδήποτε. Ύστερα την ανέβασε στη δική της κάμαρη, εκεί δεν θα τις άκουγαν τα πεθε ρικά, και ζήτησε από τη μαγείρισσα να φέρει το τσάι απάνω. Η Αυγουστίνα είχε ζεματιστεί από την πρώτη γουλιά, αλλά δεν
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=