Η Πηνελόπη των τρένων

14 M Α Ρ Λ Ε Ν Α Π Ο Λ Ι Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ να τον επιμορφώνει–, νιώθει σαν να μην καταφέρνει ακόμη να διατυπώσει το δικό του ζητούμενο στη ζωή. Είχε ορκιστεί –στον εαυτό του ευτυχώς μόνο– πως δεν θα υπέκυπτε στη γοητεία του παρελθόντος, οικογενεια­ κού και συλλογικού. Ξανακύλησε. Φταίει η ψευδαίσθη­ ση πως, αν συνδέσει το ατομικό με το κοινωνικό, θα νιώσει, για λίγο έστω, πως περπατάει πιο στέρεα σε αυτό τον κόσμο. Και μόνο όταν κατάφερε να ψιθυρίσει «πάμε, εις μνήμην» δέχτηκε να βάλει πάλι τον εαυτό του σε διαδικασία καθημερινής ρουτίνας. Πουσάπς, πλύσιμο, ντύσιμο, μάζεμα και πέταμα σκουπιδιών, άνοιγμα μπαλκονόπορτας, πότισμα ξεραμένων λουλου­ διών, βούρτσισμα γάτας – ως εκείνη την ώρα απλώς έριχνε κροκέτες στο μπολ και νερό στη γαβάθα της. Και μετά το άνοιγμα στον κόσμο. Φόρτιση κινητού. Ο Πε­ ρικλής είχε πάρει είκοσι φορές. Ξαναπήρε. «Τι σκατά κάνεις και δεν απαντάς, ρε Παύλο;» «Κάνω σχέδια για Νάουσα». «Καλά κρασιά!» «Και καλά τσίπουρα! Θα φέρω». «Σαν τα πηλιορείτικα δεν θα είναι!» «Υπόσχομαι να κάνουμε συγκριτικό τεστ άμα τη επι­ στροφή μου. Θα φέρω και μπάτσο ». Κενό από τη μεριά του διευθυντή του Τμήματος Αν­ θρωποκτονιών Περικλή Γιατζόγλου. « Μπάτσος : αλμυρό τυρί για σαγανάκι, και το πρώ­ το» διευκρίνισε ο Παύλος στον κολλητό του. «Τι μπορεί να πάθει ένας μπάτσος! Άρα τον αλατί

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=