Πάρε ανάσα

7 «Πάρε ανάσα. Μη φοβάσαι. Θα ακούς τη φωνή μου. Αυτή τη φορά θα πάμε ένα βήμα παρακάτω. Θα προσπαθήσεις να διορθώσεις το λάθος». «Πώς θα το κάνω αυτό;» «Θα το εξαλείψεις, σαν ποτέ να μην έγινε. Θα ακολουθήσεις τον δρόμο της συντριβής, θα τους διαγράψεις με τη δική σου θέληση». «Φοβάμαι». «Είναι φυσιολογικό. Πάρε ανάσα. Ξάπλωσε». Ο άντρας άφησε την πλάτη του να ακουμπήσει πίσω στην καρέκλα και έμεινε να κοιτά τα δυο υψωμένα δάχτυλα σε σχήμα V απέναντί του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να ακολουθήσει την οδηγία: «Κοίταξε τα δυο δάχτυλά μου χωρίς να σηκώσεις το κεφάλι σου». Το μοναδικό φως στο δωμάτιο ερχόταν από τη λάμπα του δρόμου έξω από το παράθυρο, ενώ τα έπιπλα είχαν καλυφθεί με σεντόνια, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μικρών λόφων μέσα στο σκοτάδι. «Τώρα συγκεντρώσου στην κίνησή του. Θέλω να εισπνεύ- σεις βαθιά όταν κινώ το χέρι πάνω και να εκπνέεις όταν το κατεβάζω» είπε με σιγανή φωνή. «Ακολούθησε τα δάχτυλά μου» ψιθύρισε η φωνή. Οι κόρες των ματιών του αιχμαλωτίστηκαν. «Τώρα θέλω να κλείνεις τα μάτια σου κάθε φορά που κατεβάζω τα δάχτυλά μου. Εισπνοή. Εκπνοή. Αργά. Σίγουρα. Γίνε ένα με τον αέρα, διώξε την ύλη από πάνω σου». Η φωνή ακουγόταν απαλά, σαν ένα θρόισμα ανέμου από κάποιο μι- σάνοιχτο παράθυρο. «Αιωρήσου στην πορεία του. Ναι, εκεί πάμε, εκεί είσαι, σε χαϊδεύουν τα πέρατα της μνήμης. Νιώθεις το άγγιγμά τους σαν ροδοπέταλα στο στέρνο σου. Κοιμάσαι».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=