Ο ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ ΣΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ 23 ύπουλη, αχνιστή, ελάχιστης έντασης βροχή, αυτή η χαλάστρα που σε κρατάει μέρες ολόκληρες κλεισμένο στο σπίτι. Ούτε τον σκύλο δεν μπορείς να βγάλεις βόλτα – σκέτη μελαγχολία. Αλλά και η επισιτιστική κρίση απασχολεί τώρα τον οικογενειάρχη – πράγμα ασυνήθιστο, αφού με τα πρακτικά ζητήματα της ζωής κανονικά έχει ελάχιστη σχέση. Η ένδεια είναι τρομαχτική το 1918· είναι η χρονιά της πείνας. Οι Μαν, γονείς και παιδιά, έχουν αδυνατίσει πολύ. Σαν μαραμένα ξυλάκια εξέχουν τα πόδια του Κλάους και του Γκόλο από τα δερμάτινα παντελόνια, που τους είναι πια μικρά. Τις βροχερές μέρες μαζεύουν, μαζί με τις αδελφές τους, χοντρά σαλιγκάρια από το λιβάδι για να ενισχύσουν το φτωχικό γεύμα του συσσιτίου. Νόστιμα μπορεί να μην είναι τα μαλάκια, όμως η πείνα νικάει την αποστροφή. Στον Τόμας Μαν ωστόσο δεν σερβίρεται τέτοιο υποκατάστατο κρέατος. Εκείνος παίρνει πάντα το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η ικανότατη γυναίκα του, η οποία βγαίνει στη γύρα στα αγροκτήματα της περιοχής, σέρνοντας μαζί της τα παιδιά, αδύνατα, ξυπόλυτα, με πεινασμένα μάτια. Συχνά βοηθάει κι ένα χρυσό νόμισμα που προσφέρεται διακριτικά. Οι επισιτιστικές δυσχέρειες που έφερε ο πόλεμος στην επαρχία είναι τεράστιες. Η εφημερίδα Seegeist του Τέγκερνζεε ανακοινώνει την υποχρεωτική εισφορά μούρων, καθώς ο πλούσιος σε βιταμίνες χυμός τους προορίζεται αποκλειστικά για τους τραυματίες και τους αρρώστους στα στρατιωτικά νοσοκομεία, και δημοσιεύει συνταγές με τσουκνί-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=