Ο θείος Πλάτων

AΛKH ZEH 20 | — Αν φανταστείς, λέει η Ειρήνη με ύφος μεγαλί- στικο, πως έξω είναι απλωμένο βαμβάκι και ανάμεσα στα τζάμια είναι στρωμένο χιόνι, αυτό θα πει φαντα- σία, Πλάτωνα. Κι επειδή ο κύριος Γιαννάκης με νευ- ριάζει που δε θέλει να το παραδεχτεί, βάφτισα κι εγώ αυτό το αντιπαθητικό κουκλάκι «η φαντασία του Γιάννη»! — Εμένα δε μ’ αρέσει καθόλου να ’ναι το χιόνι ανάμεσα στα παράθυρα και το βαμβάκι έξω, κλα- ψουρίζει ο Γιαννάκης. Το βαμβάκι δε γλιστράει, και πώς θα τσουλάω με το ελκηθράκι μου; Πήγα να πω πως ο Γιάννης είχε δίκιο, μα δεν πρόλαβα να μιλήσω, γιατί ακούστηκε η φωνή της μαμάς από το άλλο δωμάτιο. — Το τραπέζι είναι έτοιμο. Φαίνεται κοίταξα απορεμένα, γιατί η Ειρήνη γύ- ρισε και μου λέει: — Έλα μαζί μας, μας φωνάζουνε να φάμε. Κατέβηκε πρώτη εκείνη από το περβάζι, ύστερα βοήθησε τον Γιάννη να κατέβει, που με είχε πιάσει άτσαλα και δεν εννοούσε να μ’ αφήσει, και παραλί- γο να κουτρουβαλιαστεί. Να μην ξεχάσω, σκέφτηκα εγώ, πως «το τραπέζι είναι έτοιμο» θα πει: πάμε να φάμε.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=