Πράκτορας δίχως άδεια 3: Ο τελευταίος επιζών

[ 9 ] Είχε ακουμπήσει τα πράγματά του –την τσάντα με το λά- πτοπ του και τα σχολικά βιβλία– σ’ ένα μικρό τραπέζι για δύο άτομα μόνο και μόνο για να κρατήσει τη θέση. Κοίταξε τα βιβλία, νιώθοντας να τον διαπερνάει ένα κύμα απόγνωσης. Είχε ξεκινήσει τη νέα σχολική χρονιά ακριβώς μόλις επέστρεψε από την Αμερική, όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Μέσα σε τρεις μέρες είχαν αρχίσει τα γιου- χαΐσματα: «emo!», «σκριμά!», «ξεφτίλα», καθώς και σχόλια του τύπου «Γιατί δεν πας να κουρευτείς κανονικά, ρε;». Μά- λιστα, κάποιος είχε βάψει κρυφά το σχολικό ντουλάπι του κατάμαυρο, πράγμα το οποίο κανονικά θα του άρεσε, μόνο που η μπογιά είχε τρέξει κι είχε λερώσει τα κάτω ντουλάπια και το πάτωμα, οπότε του είχε πάρει μια ολόκληρη ώρα για να πείσει τον διευθυντή ότι δεν το είχε κάνει αυτός. «Πρέπει να ψάξετε για κάποιον που έχει μαύρη μπογιά στα ρούχα του!» είχε διαμαρτυρηθεί και ως απάντηση το βλέμμα του διευθυντή είχε σαρώσει το μαύρο παντελόνι, το μαύρο σα- κάκι, τις μαύρες μπότες και το μαύρο t-shirt του Κίερον. Για μία εβδομάδα τα είχε ανεχτεί όλα αυτά, όμως την επό- μενη Δευτέρα δεν μπορούσε καν να σηκωθεί από το κρεβά- τι. Έμεινε ξαπλωμένος, κουλουριασμένος, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του να κοιμηθεί για το υπόλοιπο της ημέρας. Εκεί τον είχε βρει η μητέρα του. Προς τιμήν της, εκείνο το πρωινό πήρε άδεια για να του μιλήσει και μέχρι την επόμενη ημέρα είχε διαπραγματευτεί με τον διευθυντή να του στέλνουν την ύλη κάθε ημέρας με μέιλ, ώστε να παρα- κολουθεί τα μαθήματα και να κάνει τις εργασίες από το σπί- τι. ΟΣαμφυσικά ήταν έξαλλος. «Γιατί δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο και για εμένα;» είχε ρωτήσει. Η προφανής απάντηση

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=