Πράκτορας δίχως άδεια 3: Ο τελευταίος επιζών
[ 8 ] «Κάτι άλλο;» ρώτησε χαμογελαστή η κοκκινομάλλα μπα- ρίστα. «Θα ήθελες ίσως κάτι να φας;» Ο Κίερον κοίταξε εξεταστικά τα ράφια της προθήκης-ψυ- γείου. «Εμ… τι θα μου πρότεινες;» «Το κέικ λεμονιού χωρίς γλουτένη είναι πολύ ωραίο». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν πουλάει αρκετά και θέλουν να το σπρώξουν, σκέφτηκε κυνικά ο Κίερον. «Μόνο τον καφέ, παρακαλώ» της είπε. Έδωσε στην κοπέλα ένα πεντόλιρο και του κακοφάνηκε που πήρε τόσο λίγα ρέστα. Έπειτα πήγε στην άκρη του πά- γκου όπου θα εμφανιζόταν μαγικά ο καφές με τ’ όνομά του – γραμμένο λάθος. Δε βαριέσαι, αρκεί να το πρόφεραν σωστά και τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζαν. Κοίταξε τον χώρο γύρω του. Η καφετέρια ήταν καινούρια, σ’ έναν κάθετο δρόμο κοντά στο εμπορικό κέντρο όπου πή- γαινε συνήθως. Σ’ αυτή την καφετέρια τον είχε φέρει ηΜπεξ πριν από δύο εβδομάδες περίπου, αφού γύρισαν από την Αμε- ρική. Σ’ αυτό τον δρόμο κρύβονταν πιο ασυνήθιστα μαγαζιά – αυτά που πουλούσαν μαύρα ή μοβ γυναικεία ρούχα με πολ- λή δαντέλα ή κεντήματα, ή αντρικά, που έδειχναν υπερβολι- κά στενά και μάλλον έπρεπε να ’χεις μούσι χίπστερ μόνο και μόνο για να τα δοκιμάσεις. Α, επίσης υπήρχε ένα μαγαζί με κόμικς κι ένα με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Εκεί δούλευε ένας γνωστός του Κίερον από το σχολείο κι όταν δεν έβλεπε ο προϊ στάμενος, του έκανε την έκπτωση των υπαλλήλων. «Κίερον;» «Ναι;» είπε και κοίταξε πίσω του. Ήταν η Μπεθ. «Έτοιμος ο καφές σου». «Ευχαριστώ».
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=