Πράκτορας δίχως άδεια 3: Ο τελευταίος επιζών

[ 15 ] στο μπαρ χειμωνιάτικα και λέει: “ Έχεις τίποτα δυνατό να πιω;”. Γεμίζει ο μπάρμαν ένα ποτήρι και της λέει: “Σκέτη νάρκη”» Κάρφωσε με το βλέμμα τον Κίερον. « Νάρκη . Επειδή είναι χειμώνας κι η αρκούδα θα ’πρεπε να βρίσκεται σε χει- μερία νάρκη , κατάλαβες;» «Ναι, το βρήκα αστείο όταν το είπες κι εξίσου αστείο όταν το εξήγησες». Ο Κίερον κοίταξε καλύτερα τον Σαμ και κάθι- σε πιο στητά στην καρέκλα του. «Τι τρέχει;» «Τίποτα δεν τρέχει». «Κι όμως, κάτι τρέχει». «Όχι, σοβαρά, δεν τρέχει τίποτα». «Το βλέπω, ρε. Σε ξέρω και ξέρω καλά πώς γίνεται η φάτσα σου όταν τρέχει κάτι. Έτσι όπως είσαι, το μόνο που λείπει είναι η φωτεινή πινακίδα. Λέγε τώρα, τι συμβαίνει;» Ο Σαμ αναστέναξε. «Κέρασέ με έναν παγωμένο λάτε και θα σου πω». Καθώς πλησίαζε τον πάγκο, ο Κίερον μέτρησε διακριτικά τα ψιλά στην τσέπη του και κοίταξε τον τιμοκατάλογο στον τοίχο. Ίσα που του έφταναν. «Τ’ όνομά σου;» τον ρώτησε πάντα χαμογελαστή η μπα- ρίστα, η Μπεθ. «Εξακολουθεί να είναι Κίερον» αποκρίθηκε εκείνος. Το χαμόγελό της έσπασε ελαφρά. Ύστερα από κάμποσο χασομέρι με το μπλέντερ, τα παγά- κια και μια διπλή δόση καφέ, ο Κίερον πήρε το ρόφημα και γύρισε στο τραπέζι. «Λοιπόν;» ρώτησε ακουμπώντας το μπροστά στον φίλο του. «Λοιπόν…» Ο Σαμ αναστέναξε. «Ξέρεις τη φάση με τον πατέρα μου, έτσι;»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=