Ο Παριζιάνος

I S A B E L L A H A M M A D 34 Ορθός, τράβηξε το χερούλι και η πόρτα γύρισε αθόρυβα στους μεντεσέδες της. Μπροστά ξανοιγόταν ο διάδρομος του επάνω ορόφου. Γκρίζος και άδειος. Κανένα ρεύμα αέρα, παρόλο που η ατμόσφαιρα ήταν κάπως πιο κρύα. Η γλώσσα του χαλιού που ανέ- βαινε τις σκάλες απλωνόταν στην κορυφή ελαφρά ρυτιδωμένη. Από πάνω της η κουπαστή, στριφογυριστή, κατέβαινε. Και στην πέρα γωνία της άλλης άκρης της γαλαρίας, εκεί όπου το σκοτάδι πύκνωνε, μια λάμπα ορθωνόταν δίπλα σε μια κλειστή πόρτα. ΟΜιντχάτ τραβήχτηκε πίσω. Πίεσε την πόρτα μέχρι που άκου- σε το μάνταλο να πιάνει και μετά γλίστρησε κάτω από τα κρύα σεντόνια. Τα μάτια του, που είχαν στυλωθεί στο σκοτεινό ταβάνι, έκλεισαν και σύντομα τα κλινοσκεπάσματά του ήταν ζεστά όσο και το δέρμα του και μπόρεσε να φανταστεί πως ήταν πίσω στη Ναμπλούς. Μια ανάμνηση αναδύθηκε, κάποτε που είχε περπα- τήσει στον ύπνο του, όταν ήταν κάπου τεσσάρων χρονών. Είχε ξυπνήσει με το τερέτισμα της φωνής που καλούσε σε προσευχή, ανακαλύπτοντας ότι βρισκόταν στο κρεβάτι δίπλα στη γιαγιά του, την τέτα, με το ένα χέρι της γύρω από τη μέση του. Μπερδεμένος, ντροπιασμένος, είχε προσπαθήσει να σηκωθεί, πάτησε το ένα πόδι του στο κρύο πλακάκι – μέχρι που η τέτα άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε τα μαλλιά του. Παραμιλούσες, του είχε πει. Χαμπίμπι , * μην ανησυχείς, χαμπίμπι , πέσε πάλι για ύπνο. * «Αγαπημένος, προσφιλής». Λέξη που δηλώνει τρυφερότητα. Για τις γυ- ναίκες είναι χαμπίμπτι .

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=