Ο μυστικός κήπος

14 αλλά, όταν την είδε, ξαφνιάστηκε τόσο πολύ, που σχεδόν τινάχτηκε προς τα πίσω. «Μπάρνεϊ!» φώναξε. «Εδώ είναι ένα παιδί! Ένα παιδί ολομόναχο! Σε ένα τέτοιο μέρος! Αλίμονό μας, ποια να είναι;» «Είμαι η Μαίρη Λένοξ» είπε η μικρή και ίσιωσε την πλάτη της. Της φάνηκε μεγάλη αγένεια να αποκαλεί ο άνδρας το σπίτι του πατέρα της «τέτοιο μέρος!». «Με πήρε ο ύπνος όταν όλοι είχαν χολέρα, και μόλις ξύπνησα. Γιατί δεν έρχεται κανείς;» «Είναι το παιδί που δεν είδε κανείς!» αναφώνησε ο άνδρας προς τους συντρόφους του. «Την ξέχασαν!» «Γιατί με ξέχασαν;» είπε η Μαίρη και χτύπησε πεισματάρικα το πόδι της στο πάτωμα. «Γιατί δεν έρχεται κανείς;» Ο νεαρός που λεγόταν Μπάρνεϊ την κοίταξε πο- λύ θλιμμένος. ΤηςΜαίρης τής φάνηκε μάλιστα ότι ανοιγόκλεινε τα μάτια του, σαν να ήθελε να διώξει κάποια δάκρυα. «Καημένο παιδάκι!» είπε. «Δεν έχει μείνει κανείς, ποιος να έρθει;» Με αυτό τον παράξενο και ξαφνικό τρόπο έμα- θε η Μαίρη ότι δεν είχε πια ούτε πατέρα ούτε μη- τέρα. Είχαν και οι δύο πεθάνει και τους είχαν πάρει μακριά τη νύχτα και οι λίγοι ντόπιοι υπηρέτες που δεν είχαν πεθάνει είχαν εγκαταλείψει το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και κανένας τους δε θυ-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=