ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ Ο μοβ μαέστρος Ο μοβ μαέστρος μυθιστόρημα
Ο ΜΟΒ ΜΑΈΣΤΡΟΣ
ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ πεζογραφία 1997 Ξανθιά πατημένη (διηγήματα), Κέδρος 1999 Ο φόβος θα σε βρει και θα ’σαι μόνος (διηγήματα), Κέδρος 2002 Πλανήτης Πρέσπα (μυθιστόρημα), Κέδρος 2006 Ο μωβ μαέστρος (μυθιστόρημα), Κέδρος 2010 Απόψε δεν έχουμε φίλους (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2012 Χορεύουν οι ελέφαντες (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2015 Καλά και σήμερα. Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος, Μεταίχμιο 2017 Στο τέλος νικάω εγώ (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2020 Το χρυσό βραχιόλι, Μεταίχμιο 2021 VOR Πέρα από τον νόμο (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2024 Δικά μας παιδιά (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο μεταφράσεις 2005 Nick Cave Μπαλάντες για φόνους και άλλα τραγούδια, Κέδρος 2008 Ευριπίδη Ελένη, Κέδρος 2009 Σοφοκλή Αντιγόνη, Κέδρος μελέτες 2001 Διαδίκτυο και διδασκαλία (συγγραφή με την Τερέζα Γιακουμάτου), Κέδρος 2009 Λογοτεχνία και Νέες Τεχνολογίες, Κέδρος 2014 Πώς έρχονται οι λέξεις. Τέχνη και τεχνική της δημιουργικής γραφής, Μεταίχμιο 2016 Η δημιουργική γραφή στο σχολείο (επιμέλεια), Μεταίχμιο
Σοφία Νικολαΐδου Ο μοβ μαέστρος ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ
© 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και Σοφία Νικολαΐδου ISBN 978-618-03-4725-8 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84725 Κ.Ε.Π. 6585, Κ.Π. 22919 Ελληνική πεζογραφία Υπεύθυνη σειράς Ελένη Μπούρα Πρώτη έκδοση Κέδρος 2006 Πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή Δεκέμβριος 2025 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόμου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου. Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr [email protected] Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433, Βιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581
Στον Ηλία, κατόπιν εορτής Α, ρε Ηλία Στον Γιάννη, για τις δαγκωματιές και τα σημάδια
Iασίδης
11 ΤΟ ΞΕΝΟ ΠΑΙΔΙ Είχαμε καιρό να μιλήσουμε. Η τελευταία μας συνάντηση εξελίχτηκε σε καβγά. Όμως μάθαινα τα νέα του και μάθαινε τα δικά μου. Πάντα υπάρχουν καλοθελητές που χώνονται στα προσωπικά των άλλων. Τους άκουγε αμίλητος. Δεν σχολίαζε τίποτα. Κατέφταναν μετά και μου έλεγαν πως με αγαπούσε. Χμμμ. Αγάπη εξ αποστάσεως. Να τη βράσω. Όταν ο πόνος έγινε ανυπόφορος, ζήτησε να με δει. Έδειχνε τη φωτογραφία μου, μούγκριζε. Ο Σουγλές τηλεφωνούσε κάθε τρία δευτερόλεπτα στο κινητό μου. Έκλεινε, ξαναέπαιρνε. Στο τέλος, η Μπίλυ κατέβηκε με τις παντόφλες στο πεζοδρόμιο και άρπαξε τον πρώτο περαστικό που βρήκε μπροστά της. Διακόσια ευρώ για πέντε λεπτά μεροκάματο. Τον έσπρωξε στο προσκεφάλι του μπαμπά. Φέραμε το παιδί, είπε. Ο μπαμπάς χαμογέλασε, του πρόσφερε το δαχτυλίδι του, εκείνο με το κίτρινο διαμάντι, που δεν το έβγαζε ποτέ από το χέρι του. Η Μπίλυ ανάγκασε τον νεαρό να σαπουνιστεί πριν φύγει. Το δαχτυλίδι γλίστρησε στον νεροχύτη,
12 ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ το έκρυψε στην τσέπη της. Τον ξεπροβόδισε χωρίς πολλά πολλά. Λίγο πριν πεθάνει, ο μπαμπάς μου πίστεψε πως είχε γιο. Μου είπαν πως χάιδεψε το μάγουλο του ξένου παιδιού κι έκλεισε τα μάτια του ευχαριστημένος. Ο Ψυ διέγνωσε πως χρειαζόμουν μια περίοδο πένθους. Του πήρε ένα μεταπτυχιακό στη Γαλλία και δέκα χρόνια εξάσκησης επαγγέλματος για να ξεφουρνίσει το ίδιο πράγμα που είπε κι η Ταμάρα, από την πρώτη μέρα. – Λίζα πρέπει κλάψει. Λίζα πέτρα μέσα της. Λίζα πρέπει σπάσει πέτρα με κλάμα της, αλλιώς καρντιά της ζυγίζει πάντα εκατό κιλά. Όλοι έχουν θεωρίες για τους άλλους. Αποφάσισα να βγω έξω, ήθελα χορό. Η Ταμάρα μου κούμπωσε το εξώπλατο με τις ασημί παγέτες προσεκτικά. Τσίτωνε στις ραφές. Ακόμα κι αν μείνουν στάσιμα τα κιλά, το σώμα μπαταλεύει με τα χρόνια – κι αυτό το φανερώνουν πάντα τα παλιά ρούχα. Όση ώρα πάλευε με το φερμουάρ, μουρμούριζε στα ρώσικα. Άι στον διάβολο, απάντησα από μέσα μου. Τράβηξα τις κουρτίνες. – Θα χορέψω εδώ, ανακοίνωσα στην Ταμάρα κι άρχισα να ανακατεύω τα δισκάκια. Στη διαπασών, η μουσική βροντούσε στο κεφάλι μου. Το
O MΟΒ ΜΑΕΣΤΡΟΣ 13 λαρύγγι του Τζάγκερ παλλόταν με άγρια ένταση. Το ντάπα ντούπα με τραβούσε από τον αφαλό. Χοροπήδησα με φωνή. Αν είχα αναπτήρα στο χέρι μου, θα έβαζα φωτιά. Έτσι, να χαζέψω τις φλόγες στο σπίτι. Και μετά, σβήσιμο. Δεν πρόλαβε να τελειώσει ο δίσκος και είχα βγει έξω. Κατηφόριζα φουριόζα στο πατρικό. Τόσα χρόνια πέρασαν κι είχα ακόμα τα κλειδιά στην κλειδοθήκη μου. Σκέφτηκα τι θα έλεγε ο Ψυ γι’ αυτό και χαμογέλασα.
14 ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ, ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ ΤΟΥ ΤΖΑΓΚΕΡ Άνοιξα την εξώπορτα με τα κλειδιά μου, όπως τον παλιό καιρό. Το σπίτι μύριζε μπαμπά κι αρρώστια. Στάθηκα. Κανείς. Κοίταξα γύρω. Όλα στη θέση τους. Ο μπαμπάς είχε διαμορφώσει το δωμάτιο πλάι στην κρεβατοκάμαρα σε ντρέσινγκ ρουμ. Το έλεγε «ντρέσινννγκ», σέρνοντας το νι μακεδονίτικα. Ο μπαμπάς δεν ήξερε καλά αγγλικά, κάτι αγγλικούρες πέταγε, για μόστρα πιο πολύ. Πάντως, το κόλπο με τα αγγλικά και τα μοδάτα ρούχα συνήθως έπιανε. Ήταν πολύ σπαστικό που οι συμμαθητές μου τον φώναζαν με το μικρό του όνομα και του απευθύνονταν στον ενικό. Εσύ είσαι τυχερή, έλεγαν. Οι δικοί τους πατεράδες ήταν κουστουμαρισμένοι, δεν χαμπάριαζαν από μουσική, ήταν αυστηροί. Ο δικός μου ήταν ιδανικός. Κουνούσα το κεφάλι και δεν έλεγα τίποτα. Ούτε στην κηδεία του είπα τίποτα. Κανείς δεν τα βάζει με τους πεθαμένους.
O MΟΒ ΜΑΕΣΤΡΟΣ 15 Πάτησα μαλακά στη μοκέτα του ντρέσινγκ. Μύριζε πιο πολύ μπαμπά από παντού. Ρουθούνισα καθιστή. Κράτησα στην αγκαλιά μου το πέτσινο σακάκι του. Το φόρεσα και ξάπλωσα ανάσκελα. Τα μάτια μου βιδώθηκαν στους φωσφορίζοντες πλανήτες στο ταβάνι. Ο κόκκινος Άρης, ο Κρόνος, η Γη στο μπλε του κοβαλτίου. Άστραφταν στο σκοτάδι. Σηκώθηκα και σκεπάστηκα με το παλτό του· το γούνινο, από την Καστοριά. Όταν το φορούσε ήταν ο Θεσσαλονικιός Μικ Τζάγκερ, στο πιο κοντό. Το είχε βάψει με χοντρό πινέλο και κόκκινη μπογιά: τράβηξε μακρόταλες κάθετες λουρίδες, ύστερα διέσπειρε τη φήμη πως αγόρασε αίμα φρεσκοσφαγμένου λύκου από έναν κυνηγό στο Μπέλες, το άφησε να πήξει και ζωγράφισε στη δορά του ζώου. Ήταν η εποχή που οι οικολόγοι χαλούσαν τον κόσμο, ο μπαμπάς έμπαινε στις Pitsiles με σηκωμένο τον γούνινο γιακά και γυρνούσαν όλα τα κεφάλια, ανατρίχιαζαν τα κορίτσια αλλά τους άρεσε. Έχωσα το πρόσωπό μου στην πιτσιλωτή φόδρα. Τα δάκρυα ξέσπασαν.
16 Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΟΥΓΛΕΣ Ο κύριος Σουγλές ήταν ο δικηγόρος του μπαμπά τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μεγάλωσαν μαζί, δούλεψαν μαζί, έκαναν τις ρεμούλες τους μαζί. Ο κύριος Σουγλές ήξερε όλα τα κόλπα του μπαμπά και τα σουσούμια του. Κατά καιρούς μάλωναν γερά, ο μπαμπάς χτυπούσε την πόρτα του δικηγορικού γραφείου κι έφευγε τσαντισμένος, έκαναν να μιλήσουν μέρες. Κάτι γινόταν πάντα και τα ξαναβρίσκανε. Μου έδιναν την εντύπωση πως παράβγαιναν σε κάτι, μα δεν ήξερα να πω σε τι. Έμοιαζε πιο πολύ με στοίχημα. Ο μπαμπάς τζόγαρε διαρκώς στην τύχη του, τον έτρεφαν οι αλλαγές και τα σκαμπανεβάσματα. Ο κύριος Σουγλές ήταν ο πρεσβευτής της σταθερότητας. Η ζωή χρειάζεται πλαίσιο, διακήρυσσε, να ξέρεις κάθε στιγμή τα όρια, πού πατάς και πού βρίσκεσαι. Ο μπαμπάς σήκωνε τους ώμους παιχνιδιάρικα, βαριόταν ν’ απαντήσει. Καμιά φορά ορμούσε κατά πάνω του φωνάζοντας «μπουουου, ρε», χωρίς άλλη κουβέντα ή επιχείρημα. Ο κύριος Σουγλές με συμπαθούσε. Μου τηλεφώνησε για να μου πει τα τελευταία νέα. – Αυτό ήταν, τελείωσε.
O MΟΒ ΜΑΕΣΤΡΟΣ 17 Άκουγα την αναπνοή του στο ακουστικό. – Πού τον έχουν τώρα; Ήθελα να ξέρω πού τον έχουν. – Στο νεκροστάσιο της Αναστάσεως. Είμαι μαζί του. Ο κύριος Σουγλές και ο μπαμπάς πέρασαν την τελευταία νύχτα τους μαζί. Ο δικηγόρος κρατούσε το χερούλι του κλειστού συρταριού ώρες. Το χνότιζε με την ανάσα του κι άφηνε στο χνοτισμένο μέταλλο γραμμές με το νύχι του. Αυτό μπορεί να ονομαστεί φιλία.
18 Η ΔΙΑΘΗΚΗ Το δικηγορικό γραφείο του Σουγλέ ήταν στη Μητροπόλεως. Όταν έφτασα, η Μπίλυ βρισκόταν ήδη εκεί. Ο κύριος Σουγλές άνοιξε τον φάκελο τελετουργικά. Άρχισε να διαβάζει: «Εγώ, ο Νικήτας Ιασίδης, έχων σώας τας φρένας… μπλα μπλα… αφήνω στη γυναίκα που με φρόντιζε, Υψιπύλη Νίκα, το οικόπεδο στη Βουρβουρού… μπλα μπλα…» Η Μπίλυ κρατούσε σφιχτά την τσάντα της στα γόνατα. Πέρασε ώρα για να καταλάβω πως το ελαφρό τρίξιμο που γρατζουνούσε τ’ αυτιά μου ήταν τα δάχτυλά της, που ανεβοκατέβαιναν στο ξεφτισμένο λουρί. Πάνω κάτω, λες και μελετούσε κλίμακες σε ξεκούρδιστο πιάνο. Ο Σουγλές συνέχισε να διαβάζει: «…Στην κόρη μου Ελισάβετ, παρόλο που αποδείχτηκε κέρατο βερνικωμένο και της άξιζε ξεγυρισμένη αποκλήρωση…» Σιωπή. Απανωτές τρίλιζες βλεμμάτων. «…αφήνω την ιδιοκτησία και τη διαχείριση του νυχτερινού κέντρου Ταραχή και του μπαρ Pitsiles, το οροφοδιαμέρισμα στη λεωφόρο Κέννεντυ…»
O MΟΒ ΜΑΕΣΤΡΟΣ 19 Μου τα άφηνε, λοιπόν, όλα. Ήθελε να με θάψει στις επιχειρήσεις του. Νέμα προμπλέμα, που θα έλεγε κι ο ίδιος. Πυροβολήσατε, πυρ!
ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ Ο μοβ μαέστρος ISBN: 978-618-03-4725-8 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84725 Ένας μπαμπάς. Μια κόρη που παρατάει τις σπουδές της. Μια σχέση με πολλά χρωστούμενα. Ένα οικογενειακό στοίχημα. Μουσικές και πάρτι. Φίλοι που παραστέκονται στα δύσκολα. Και κάτι λόγια που δεν λέγονται ποτέ κατάμουτρα. Ένα μυθιστόρημα για τους δικούς μας ανθρώπους. Που θέλουμε να τους κάνουμε να πονέσουν. Πολύ. Ένα βιβλίο για τη ζόρικη ενηλικίωση των παιδιών και την ατελείωτη εφηβεία των γονιών τους. Ένα βιβλίο γι’ αυτό το δύσκολο πράγμα που λέγεται οικογένεια.
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=