O MΟΒ ΜΑΕΣΤΡΟΣ 15 Πάτησα μαλακά στη μοκέτα του ντρέσινγκ. Μύριζε πιο πολύ μπαμπά από παντού. Ρουθούνισα καθιστή. Κράτησα στην αγκαλιά μου το πέτσινο σακάκι του. Το φόρεσα και ξάπλωσα ανάσκελα. Τα μάτια μου βιδώθηκαν στους φωσφορίζοντες πλανήτες στο ταβάνι. Ο κόκκινος Άρης, ο Κρόνος, η Γη στο μπλε του κοβαλτίου. Άστραφταν στο σκοτάδι. Σηκώθηκα και σκεπάστηκα με το παλτό του· το γούνινο, από την Καστοριά. Όταν το φορούσε ήταν ο Θεσσαλονικιός Μικ Τζάγκερ, στο πιο κοντό. Το είχε βάψει με χοντρό πινέλο και κόκκινη μπογιά: τράβηξε μακρόταλες κάθετες λουρίδες, ύστερα διέσπειρε τη φήμη πως αγόρασε αίμα φρεσκοσφαγμένου λύκου από έναν κυνηγό στο Μπέλες, το άφησε να πήξει και ζωγράφισε στη δορά του ζώου. Ήταν η εποχή που οι οικολόγοι χαλούσαν τον κόσμο, ο μπαμπάς έμπαινε στις Pitsiles με σηκωμένο τον γούνινο γιακά και γυρνούσαν όλα τα κεφάλια, ανατρίχιαζαν τα κορίτσια αλλά τους άρεσε. Έχωσα το πρόσωπό μου στην πιτσιλωτή φόδρα. Τα δάκρυα ξέσπασαν.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=